Πριν λίγες μέρες στην ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, ο Πρωθυπουργός επανέλαβε, για πολλοστή πια φορά, ότι αν η Τουρκία δεν συμφωνεί για το θέμα που αποτελεί τη μείζονα διαφορά μας, την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, τότε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) μπορεί να δώσει λύση σ’ αυτήν τη διαφορά μας. Την 17-9-2020, ο Ibrahim Kalin, διπλωματικός εκπρόσωπος του Erdogan, μιλώντας στο think tank ‘‘European Council on Foreign Relations’’ δήλωσε ότι η Τουρκία δεν αποκλείει, κι αυτή, την προσφυγή στο ΔΔΧ για τις διαφορές της (όχι για τη διαφορά) με την Ελλάδα, ενώ από την άλλη τόνισε ότι δεν μπορεί να θεωρείται ως σοβαρός ο ισχυρισμός της Ελλάδος ότι ένα νησί, το Καστελόριζο (την ελληνικότητα του οποίου, όπως υπογράμμισε, παρεμπιπτόντως, οι Τούρκοι δεν αμφισβητούν), εμβαδού μόλις 10 τ.χλμ και βρισκόμενο 580 χλμ μακριά από τον ελληνικό ηπειρωτικό κορμό, να διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες 40.000 τ. χλμ!

Το ΔΔΧ, λοιπόν, βρίσκεται, μονίμως πια, στο στόμα όλων. Υπάρχουν όμως υποθέσεις που παρομοιάζουν με τη διαφορά Ελλάδας-Τουρκίας και οδηγήθηκαν ενώπιον του, οι οποίες θα μπορούσαν να αποκαλύψουν το πιθανολογούμενο σκεπτικό και διατακτικό του Δικαστηρίου και σε μια υποθετική αντιδικία Ελλάδας-Τουρκίας; Η απάντηση σε τούτο το κρίσιμο ερώτημα είναι θετική, καθώς το 2012 το ΔΔΧ εξέδωσε απόφαση στη διαφορά Νικαράγουας – Κολομβίας, που πραγματολογικά και νομικά είναι μια από τις αρκετές διαφορές που ‘‘συγγενεύει’’ με τη διαφορά μας με τους Τούρκους.

Δίπλα από την ανατολική πλευρά του ηπειρωτικού κορμού της Νικαράγουας που ‘‘βλέπει’’ προς την Καραϊβική, υπάρχουν μικρά νησιά που ανήκουν σ’ αυτήν (τη Νικαράγουα δηλ.) ενώ σε κοντινή απόσταση από τον παραπάνω ηπειρωτικό κορμό υπάρχει πλειάδα νήσων που ανήκουν κατά κυριαρχία στην Κολομβία. Κατά συνέπεια, η υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ της Νικαράγουας, θεωρητικά εύρους 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσεις των ακτογραμμών της, αλληλεπικαλύπτονταν με τις αντίστοιχες θαλάσσιες ζώνες, θεωρητικά πάλι 200 ν.μ., των νησιών της Κολομβίας στην Καραϊβική. Η περίπτωση μοιάζει με τη διαφορά Ελλάδας – Τουρκίας, καθώς mutatis mutandis, η Νικαράγουα μπορεί να ειπωθεί ότι βρισκόταν στη θέση της Τουρκίας και η Κολομβία στη θέση της Ελλάδας.

Σε ένα προκαταρκτικό στάδιο κρίσης, τo ΔΔΧ έκρινε ότι τα νησιά Alburquerque, Bajo Nuevo, East-Southeast Cays, Quitasueno, Roncador, Serrana και Serranilla ανήκουν στην εθνική κυριαρχία της Κολομβίας. Το δε συγκρότημα νήσων San Andres και Providencia, Santa Catalina, το μεγαλύτερο στην περιοχή, ανήκει στην Κολομβία σύμφωνα με τη Συνθήκη του 1928 που είχε υπογραφεί μεταξύ των δύο χωρών.

Εν συνεχεία, το ΔΔΧ σημείωσε ότι η Κολομβία (παρεμπιπτόντως, όπως και η Τουρκία) παρότι δεν υπέγραψε τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, 1982) δεσμεύεται από τον κανόνα για την υφαλοκρηπίδα (αρ. 76 της UNCLOS) που αποτελεί διεθνές εθιμικό δίκαιο, υποχρεωτικά εφαρμοζόμενο και για μη συμβαλλόμενα στην άνω Σύμβαση κράτη. Συνεπώς, στην υπόθεση το ΔΔΧ εφάρμοσε πρακτικά τα άρθρα 74, 83 και 121 της UNCLOS.

Εισερχόμενο στην ουσία, το Δικαστήριο κλήθηκε να διαμορφώσει τις σχετικές ακτές (relevant coasts) των αντιδίκων κρατών, δηλαδή τις ακτές που οι προβολές των θαλασσίων ζωνών τους αλληλεπικαλύπτονται. Ως ‘‘γραμμές βάσης’’ της Νικαράγουας θεωρήθηκαν αυτές των δικών της νησιών, τα οποία κείνται δίπλα στον ηπειρωτικό κορμό της, ενώ ως ‘‘γραμμές βάσης’’ της Κολομβίας εκλήφθησαν οι ακτές των νησιών της που βρίσκονται στο Αρχιπέλαγος του San Andres (που βρίσκεται απέναντι από τις νικαραγουανές ακτές).  

Το Δικαστήριο θεώρησε μάλιστα ως ‘‘ασήμαντα’’ κάποια νησάκια της Κολομβίας (Quitasueno, Serranilla, Bajo Nuevo) και δεν τα έλαβε υπόψη του προς διαμόρφωση των συνολικών ακτών των νησιών της Κολομβίας, άρα και στον προσδιορισμό του τελικού μήκους της ‘‘σχετικής ακτογραμμής’’ της χώρας αυτής. H τελική έκταση των ακτών της Νικαράγουας προσδιορίστηκε έτσι στα 531 χλμ, ενώ της Κολομβίας στα 65 χλμ, γεγονός που ‘‘παρήξε’’ μια αναλογία ‘‘σχετικής ακτογραμμής’’ για τις δύο χώρες περίπου 1 προς 8,2, υπέρ της Νικαράγουας.

Εν συνεχεία, το ΔΔΧ διαμόρφωσε τη ‘‘σχετική θαλάσσια περιοχή’’ (relevant maritime area) που έπρεπε να συμπεριληφθεί στην κρίση του, πρακτικά δηλαδή  τον ‘‘θαλάσσιο καμβά’’ επί του οποίου θα οριοθετούσε τις θαλάσσιες ζώνες των δύο χωρών. Το Δικαστήριο επί τούτου επεσήμανε ότι η αρχικά ‘‘μη οριστική’’ ‘‘σχετική θαλάσσια περιοχή’’ πρέπει να καταλήξει να είναι ανάλογη του γεωγραφικού σχηματισμού των ακτών και του γεωγραφικού πλαισίου (geographical context), έτσι ώστε η οριοθέτηση να είναι τελικά δίκαιη (equitable) και όχι απλά μια ‘‘ισομερής διανομή’’, μια ‘‘μοιρασιά στη μέση’’ ανάμεσα στις θαλάσσιες ζώνες των δύο κρατών. Κατά αυτόν τον τρόπο, το ΔΔΧ σχημάτισε μια ‘‘σχετική θαλάσσια περιοχή’’, περιλαμβάνουσα  βασικά τις αλληλεπικαλυπτόμενες θαλάσσιες ζώνες των δύο χωρών, έκτασης 210.000 τ. χλμ., απεξαρτοποιούμενο από συμφωνίες περί οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών που είχαν ήδη συνάψει τα αντίδικα κράτη με τρίτα κράτη της ίδιας γεωγραφικής ‘‘γειτονιάς’’, τις οποίες, κατά πάγια νομολογία του, εξέλαβε ως ‘‘res inter alios acta’’ (ως συμφωνίες που αφορούν τρίτους και όχι την εξεταζόμενη υπόθεση). 

Πάντως, εξ’ αρχής τα αντίδικα μέρη συμφώνησαν ότι τα νησιά San Andres, Providencia και Santa Catalina έχουν και χωρικά ύδατα αλλά και υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, οι οποίες (θαλάσσιες ζώνες) θεωρητικά εκτείνονται σε έκταση 200 ν.μ. Και, επίσης, ότι τα νησιά της Κολομβίας Alburquerque Cays, East-Southeast Cays, Roncador και Serrana έχουν, με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, χωρικά ύδατα εύρους 12 ν.μ. 

Η πιο κρίσιμη παράμετρος, ωστόσο, είναι εν προκειμένω η μέθοδος οριοθέτησης (method of delimitation) που χρησιμοποιεί το ΔΔΧ. Το πρώτο της στάδιο είναι η χάραξη της προσωρινής γραμμής οριοθετήσεως (provisional delimitation line) ανάμεσα στις θαλάσσιες ζώνες των δύο χωρών, η οποία (γραμμή) μορφώνεται με τη χρήση των κατάλληλων ‘‘γραμμών βάσεως’’ των σχετικών ακτογραμμών των δύο πλευρών. Κατά το δεύτερο στάδιο, το Δικαστήριο εκτιμά αν υφίστανται σχετικές ή ειδικές (ιδιαίτερες) για την κρινόμενη υπόθεση περιστάσεις (relevant circumstances), οι οποίες επιβάλλουν, προκειμένου να παραχθεί δίκαιο (equitable) αποτέλεσμα στην κρίση του, προσαρμογή ή τροποποιήσεις στην προσωρινή γραμμή οριοθετήσεως, ήτοι αρχικά στη γραμμή ίσης απόστασης/μέσης γραμμής. Στο δε τελευταίο στάδιο, το Δικαστήριο επιχειρεί τον λεγόμενο έλεγχο δυσαναλογικότητας (disproportionality test), κατά τον οποίο εκτιμά αν το αποτέλεσμα της προσωρινής γραμμής οριοθετήσεως, έτσι όπως προσαρμόστηκε στα δεδομένα της υπόθεσης ή τροποποιήθηκε, δημιουργεί ποσοστά κατοχής των αντίδικων κρατών στη σχετική θαλάσσια, υπό οριοθέτηση, περιοχή εμφανώς δυσανάλογα με την αναλογία της σχετικής ακτογραμμής που το καθένα κράτος διαθέτει.

Έτσι λοιπόν, στον καθορισμό της προσωρινής γραμμής οριοθετήσεως το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη κάποιες μικρές επιθαλάσσιες γαίες της Κολομβίας διότι αλλοιώνουν τη ‘‘σχετική γεωγραφία’’ και δεν προσέδωσε καμία ‘‘επήρεια’’ στα νησάκια Serrana (μήκους 50 χλμ και πλάτους 13 χλμ)  και Low Cay της Κολομβίας. Αντίθετα, τις ‘‘γραμμές βάσης’’ των κολομβιανών ακτών τις σχημάτισε λαμβάνοντας υπόψη τις ακτές των νήσων Santa Catalina, Providencia, των νήσων του Αρχιπελάγους San Andres και των νήσων Alburquerque Cays. 

Ως προς σχετικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων ως τέτοιες εκτιμήθηκαν η ασφάλεια στην περιοχή και η εφαρμογή του νόμου, αλλά και δίκαιη πρόσβαση αμφοτέρων των κρατών στις πηγές υποθαλάσσιου πλούτου (natural resources), το Δικαστήριο επικεντρώθηκε κυρίως στην ανομοιότητα (Disparity) των ακτών των δύο κρατών (αναλογία 8,2 προς 1 υπέρ της Νικαράγουας), γεγονός που επηρέασε υπέρ της Νικαράγουας την τελική διαμόρφωση της οριοθετικής γραμμής. Περαιτέρω, ως προς το γενικό γεωγραφικό πλαίσιο, το ΔΔΧ σημείωσε ότι, αν και όπως επανειλημμένα έχει νομολογήσει ότι οι γεωλογικές και γεωμορφολογικές ιδιαιτερότητες δεν είναι σχετικές στην οριοθέτηση αλληλεπικαλυπτόμενων θαλασσίων ζωνών μεταξύ κρατών, προκειμένου να εξαχθεί ένα τελικά δίκαιο αποτέλεσμα, οι ακτές των κρατών πρέπει να αναπτύξουν την επήρειά τους στις θαλάσσιες ζώνες κατά έναν τρόπο αμοιβαία λογικό και εξισορροπημένο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η προσωρινή γραμμή οριοθέτησης, έτσι όπως την είχε αρχικά σχηματίσει το Δικαστήριο, απέκλειε την επήρεια των ακτών της Νικαράγουας κατά τα ¾ στις θαλάσσιες ζώνες της. Το δε αποτέλεσμα αυτό του αποκλεισμού (cut-off effect) της Νικαράγουας από τις νήσους της Κολομβίας αποτελούσε σχετική περίσταση της υποθέσεως. 

Έτσι το ΔΔΧ μετέβαλε την τελική οριοθετική γραμμή υπέρ της Νικαράγουας για να επιτευχθεί δίκαιο αποτέλεσμα. H μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στις ηπειρωτικές ακτές μιας ολόκληρης χώρας, της Νικαράγουας, και στο σύνολο των ακτών των μικρών νησιών της Κολομβίας, ήτοι το γεγονός ότι οι ακτές της Νικαράγουας ήταν 8 περίπου φορές εκτενέστερες από το σύνολο των ακτών των νησιών της Κολομβίας,  ήταν τελικά αυτό που μέτρησε υπέρ της Νικαράγουας. Τα νησιά της Κολομβίας αφέθηκαν πρακτικά μόνο με τα χωρικά ύδατα των 12 ν.μ., ενώ μικρά, απομονωμένα νησιά, μακριά από τις κολομβιανές ακτές (το Quitasueno και η Serrana) κρίθηκε ότι δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την οριοθέτηση. Έτσι, από την τελική οριοθέτηση προέκυπτε, καταληκτικά, μια γραμμή που χώριζε τη σχετική θαλάσσια περιοχή (την περιοχή που θα οριοθετούσε το Δικαστήριο) σε αναλογία 1 προς 3,44 υπέρ της Νικαράγουας, αποτέλεσμα μάλιστα που θεωρήθηκε δίκαιο (equitable) και δεν ‘‘σκόνταφτε’’ ούτε υπό και τον έλεγχο δυσαναλογίας (disproportionality test).

Κατόπιν των παραπάνω, τουλάχιστον ‘‘ενδείξεις’’ προκύπτουν και για την πιθανή έκβαση στο ΔΔΧ της ελληνο-τουρκικής διαφοράς. Εκτιμώ και προβλέπω ότι μάλλον θα είναι ‘‘βατό εγχείρημα’’ για την Τουρκία, μια χώρα με έκταση 783.562 τ.χλμ και με μήκος ακτογραμμών 8.140 χλμ, να ‘‘πετύχει’’ στη Χάγη τουλάχιστον τη ‘‘μειωμένη επήρεια’’ των θαλασσίων ζωνών του Καστελόριζου (το οποίο έχει μήκος ακτογραμμών 19,5 χλμ), ειδικά με την ad hoc προβολή του εξ’ αντιδιαστολής επιχειρήματος (argumentum a contrario) που εκπηγάζει γι’ αυτήν (την Τουρκία) και απ’ όσα εμείς υπογράψαμε για ‘‘μειωμένη επήρεια’’ των νησιών μας, αντίστοιχης ή πολύ μεγαλύτερης έκτασης με το Καστελόριζο, στις συμφωνίες μας περί οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο.

Το ουσιαστικότερο συμπέρασμα, ωστόσο, είναι ότι το ΔΔΧ ‘‘σχετικοποιεί’’ τις ενώπιόν του διαφορές και συνήθως εξισορροπεί ανάμεσα στα αιτήματα και τους ισχυρισμούς των κρατών που υπάγουν σε αυτό τις διαφορές τους. Στην Ελλάδα έχει σχεδόν παγιωθεί αν όχι η πεποίθηση, τουλάχιστον η απλή εντύπωση στην κοινή γνώμη, ότι αν καταφέρουμε τελικά και πείσουμε τους Τούρκους να υποβάλουμε τη μια και μοναδική διαφορά μας προς κρίση στη Χάγη, υπογράφοντας το διαβόητο, απαιτούμενο πάντως, ‘‘συνυποσχετικό’’, απ’ εκεί και πέρα, επειδή έχουμε πλήρως και ολοσχερώς το διεθνές δίκαιο με το μέρος μας, τα δίκαια ελληνικά αιτήματα θα γίνουν απολύτως και ανεξαιρέτως δεκτά και θα καταγάγουμε έτσι έναν, κατά το μάλλον ή ήττον, ‘‘περιφανή θρίαμβο’’ σε βάρος των υπερβουλιμικών γειτόνων μας. Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική και συνεπώς η άνω εντύπωση, όσο χρονικά παρατείνεται και έτσι ριζώνει βαθιά στο κοινωνικό θυμικό, συνιστά πρακτικά ‘‘λαϊκό παραισθησιογόνο’’ που τρέφει παραμορφωτικά έναν κατά τι σουρεαλιστικό κύκλο εθνικών ψευδαισθήσεων.

Ο οξύνους Ευάγγελος Βενιζέλος ήδη ομιλεί και γράφει περί τούτου ανοιχτά (ίδετε Καθημερινή, 20-9-2020, Οι δεσμεύσεις που απορρέουν από την επίκληση του διεθνούς δικαίου): ‘‘Η επιλογή της προσφυγής στη διεθνή δικαιοσύνη, εφόσον δεν επιτυγχάνεται συμφωνία με εκατέρωθεν υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, δεν είναι όμως μια επιλογή που οδηγεί πάντα στο απολύτως επιθυμητό αποτέλεσμα. Πολύ συχνά η διεθνής δικαιοσύνη κινείται συμψηφιστικά, με κριτήρια πολιτικά, αναζητώντας ισορροπίες και διευθετήσεις που υπερβαίνουν την αυστηρά δικανική εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου που τοποθετούνται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού’’.

Όποιος, λοιπόν, ομιλεί περί προσφυγής στη Χάγη, χωρίς προηγουμένως να εξηγεί τι ακριβώς επιδιώκουμε να πετύχουμε στη Χάγη και τι πιθανώς κινδυνεύουμε να απολέσουμε εκεί, ομιλεί μάλλον ‘‘θολά’’ και σίγουρα με λόγο μη ολοκληρωμένο. Ειδικά αυτός που γνωρίζει, πέραν από το τι μπορεί να ‘‘κερδηθεί’’ για τον Ελληνισμό στη Χάγη, κυρίως και το τι κινδυνεύουμε να υποστούμε με μια απόφαση του ΔΔΧ, και αυτή τη γνώση του δεν την επικοινωνεί στον ελληνικό λαό, διακυβεύει πολλά και για τον εαυτό του αλλά κυρίως και για την Πατρίδα. Το ΔΔΧ, σε τούτη την περίπτωση, δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποτελέσει γι’ αυτόν ‘‘Κολυμβήθρα του Σιλωάμ’’ και επισφραγιστής της απαλοιφής των ευθυνών του, αλλά μάλλον ‘‘πολιτικός ολετήρας’’ και δη συνθλιπτικός ολετήρας από τον οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να γλιτώσει.

Καθίσταται, επομένως, εθνική επιταγή και άμεση αναγκαιότητα να συμφωνήσει ο πολιτικός κόσμος της χώρας και να ξέρουμε, ως λαός, για το ποιος είναι ο στόχος μας αν συμπροσφύγουμε με τους Τούρκους στο ΔΔΧ, ποιο θα είναι για εμάς το διακύβευμα, ποιος είναι ο πήχης των αξιώσεων μας και αν ο περίφημος ‘‘Χάρτης της Σεβίλλης’’ (ίδετε παρακάτω τον υπ’ αριθμ. 2 Χάρτη, το νομικό κύρος του οποίου ήδη αμφισβήτησε η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Άγκυρα) αποτελεί την επίσημη, έγχαρτη και καθολική προβολή των ‘‘δικαίων’’ μας, τι ειδικότερα θα πάμε να πετύχουμε στο ΔΔΧ και με τι θα είμαστε τελικά εθνικά ασφαλείς και ικανοποιημένοι, αλλά, από την άλλη, και τι συγκεκριμένα θα θεωρηθεί από την πλευρά μας ως ‘‘εθνική αποτυχία’’ ή, έστω, ως μειωμένη επίτευξη των εθνικών μας στόχων και συμφερόντων. 

Το τρέχον, λοιπόν, μέγα δίλημμα στρατηγικής για τον Κ. Μητσοτάκη, το μεγαλύτερο ίσως που έχει να αντιμετωπίσει, ειδικά τώρα που φαίνεται να ξανανοίγει ο δρόμος της ελληνοτουρκικής συνεννόησης, είναι αν πρέπει να συνεχίσει να ομιλεί για τη Χάγη, λέγοντας απλά και μόνο ότι εκεί θα αποδειχθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών μας και μην προβαίνοντας σε καμία αναφορά, στην ουσία αποσιωπώντας, για τους εκεί για εμάς κινδύνους (κινδύνους που φωτίζει η άνω απόφαση του ΔΔΧ) ή, αντιθέτως, αν πρέπει να συγκαλέσει το (εθνικό) συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, ώστε, μετά από μια σοβαρή και εθνικά στιβαρή συμφωνία όλων των πολιτικών δυνάμεων, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της χώρας, να διαμορφώσει την εθνική ‘‘γραμμή και να αποσαφηνίσει (με διαγγέλματα, με χάρτες υπό κατάθεση στον ΟΗΕ και νομικο-πολιτικά επιχειρήματα) το τι πραγματικά προσδοκούμε από μια πιθανή προσφυγή στο ΔΔΧ.

Έτσι όπως κορυφώνεται το ελληνοτουρκικό δράμα, είναι βαριές οι ευθύνες και κρίσιμες οι στιγμές, και μια απόφαση του ΔΔΧ επί της χρόνιας ελληνοτουρκικής διένεξης θα αποτελέσει αναμφισβήτητα ‘‘σταθμό’’ στη σύγχρονη Ιστορία του Ελληνισμού, την οποία όμως δεν δικαιούται κανείς να ‘‘γκριζάρει’’

Κατερίνη, 23/9/2020

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International 

Relations and the political science

Σημείωση: Ο υπ’ αριθμ. 1 Χάρτης δείχνει την τελική οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών Νικαράγουας και Κολομβίας, στην οποία προέβη το ΔΔΧ. Ο υπ’ αριθμ. 2 Χάρτης είναι ο περίφημος ‘‘Χάρτης της Σεβίλλης’’, τον οποίο συνέταξε το Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης το 2003 κατόπιν εντολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ο οποίος απεικονίζει την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας Ελλάδας και Κύπρου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Δίκαιου της Θάλασσας.

1ος χάρτης. 

Νικαράγουα-Κολομβία…ή καλύτερα Ελλάδα-Τουρκία; » Power Politics

2ος Χάρτης. 

US Embassy in Ankara: Map of Seville connecting Greek-Cypriot EEZ has no  legal basis