Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΠΑΜΠΗΣ σηκώνεται κάθε πρωί στις έξι τα τελευταία εξήντα χρόνια. Αρμέγει τα πρόβατά του και στη συνέχεια κάνει την καθιερωμένη του διαδρομή μέσα στους δρόμους και τους χωματόδρομους του Νέου Παντελεήμονα Πιερίας, πριν επιστρέψει, βράδυ, σπίτι του για να κλείσει μια μέρα, ίδια όπως οι υπόλοιπες.

Η διαδικασία επαναλαμβάνεται 365 μέρες τον χρόνο. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις του βοσκού, που στα 73 του ξέρει πλέον να τις φέρνει εις πέρας με κλειστά τα μάτια, μεσολαβούν μικρές απολαύσεις που τον κάνουν να χαμογελάει.

Το μπουρλότο με τους φίλους, το τσίπουρο με τους δικούς του ανθρώπους, το καλαμπούρι που, όπως μου είπε, τον «ηρεμεί» ως άνθρωπο. «Χόρτασε το νταμάρι χιόνια, βροχές και αέρηδες» μου λέει όταν τον ρωτάω πόσο επηρέασε τη δουλειά η παρούσα κατάσταση.

Με την ιδιαιτερότητα που έχει το φετινό Πάσχα, ο κίνδυνος για τους κτηνοτρόφους ήταν προφανής. Οι ανησυχίες για τη ζήτηση που θα έπεφτε όσο τα μεγάλα τραπέζια στα χωριά και το καθιερωμένο σούβλισμα θα αναβάλλονταν για την επόμενη χρονιά ήταν έντονες. Ο ίδιος δείχνει ήρεμος, παρότι οι τιμές έχουν πέσει.  

Για εμάς είναι το ίδιο. Το πρωί, έξι η ώρα, ξυπνάμε, αρμέγουμε, τα βοσκάμε και το βράδυ τα αρμέγουμε πάλι. Τα ταΐζουμε. Οι τιμές είναι φθηνές, τι να κάνουμε! Δεν είναι όμως μόνο σ’ εμάς. Παντού είναι.

Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αλλά νηστικός δεν μένεις. Ένα μεροκαματάκι το βγάζεις. «Πουλήσαμε τζάμπα, τι να κάνουμε, δεν μπορούσαμε να τα κρατήσουμε παραπάνω. Δεν μας συμφέρει να τα κρατήσουμε. Γιατί τα κατσίκια μεγαλώνουν και πρέπει να τα ταΐσουμε. Πέρσι πουλήσαμε 4,80. Ογδόντα λεπτά διαφορά είναι.

Δεν μας επηρέασε σε τίποτα. Εμείς συνεχίζουμε να δουλεύουμε εδώ στην περιοχή μας. Δεν μας επηρέασε στη δουλειά. Μόνο που είναι χαμηλές οι τιμές. Οι τιμές έπεσαν. Είναι από 3,80 μέχρι 4. Τον χειμώνα ήταν 3,50 ευρώ. Αυτές είναι οι τιμές μας. Εγώ έχω 60 χρόνια σε αυτήν τη δουλειά. Ογδόντα λεπτά κάτω για εμάς είναι λεφτά, έτσι δεν είναι; Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.  

Είμαι 73 χρονών. Ότι θέλει ας γίνει» λέει με φωνή που δείχνει ότι ο ίδιος έχει συνηθίσει πια στις στραβές του επαγγέλματος.   «Οι δυσκολίες πάντα υπάρχουν, όποια δουλειά και να κάνεις έχεις προβλήματα.

Να σου πω ένα πράγμα: από τη στιγμή που έγιναν ιδιωτικά σφαγεία, τα λεφτά τα παίρνουν άλλοι. Τα πληρώνει όλα ο κτηνοτρόφος. Όλα τα παίρνουν οι μεγάλοι έμποροι. Εμείς έχουμε για να βγάλουμε ένα μεροκαματάκι.

Αν δεν ήταν οι επιδοτήσεις, όλοι οι κτηνοτρόφοι, εμείς οι μικροί, θα ήμασταν τελειωμένοι». Η καθημερινότητα ενός ανθρώπου στην επαρχία, μακριά από τα συνωστισμένα μπαλκόνια των μεγάλων αστικών κέντρων, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη των κατοίκων στην πόλη.

Όσο στριφογυρνάμε σε λίγα τετραγωνικά, μέσα στους τοίχους του σπιτιού μας, προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες, η ζωή του κυρίου Μπάμπη έχει αλλάξει πολύ λιγότερο από τη δική μας.

Παρ’ όλα αυτά, η επικοινωνία με τα δυο λόγια των φίλων που εμείς μπορούμε να ανταλλάξουμε διαδικτυακά είναι κάτι που εκείνος έχει στερηθεί. Κάτι πολύτιμο, η απουσία του οποίου κοστίζει.  

Αν δεν ήταν οι επιδοτήσεις, όλοι οι κτηνοτρόφοι, εμείς οι μικροί, θα ήμασταν τελειωμένοι. «Για εμάς είναι το ίδιο. Το πρωί, έξι η ώρα, ξυπνάμε, αρμέγουμε, τα βοσκάμε και το βράδυ τα αρμέγουμε πάλι. Τα ταΐζουμε. Οι τιμές είναι φθηνές, τι να κάνουμε. Δεν είναι όμως μόνο σ’ εμάς.

Παντού είναι. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αλλά νηστικός δεν μένεις. Ένα μεροκαματάκι το βγάζεις. Όχι να πεις ότι θα κάνεις λεφτά. Τα απαραίτητα να βγαίνουν. Κοίταξε να δεις, εγώ με τα ζώα δεν έχω πρόβλημα. Κοπήκαν οι έξοδοι από το σπίτι, στα καφενεία, στα μαγαζιά, ένα τσιπουράκι που πίναμε. Τώρα τέρμα. Κόπηκε το ποτό, είναι όμως δύσκολες οι στιγμές που χάνεις τους φίλους σου και δεν έχεις την παρέα να κάνεις το καλαμπούρι σου, να πιεις ένα τσιπουράκι, να γελάσεις.

Αυτά κοπήκανε. Τώρα δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά. Είναι ξεχασιά το καλαμπούρι. Ηρεμείς. Όταν είσαι με τους φίλους σου ηρεμείς. Μιλούσαμε με τα παιδιά, παίζαμε κάνα ταβλάκι.

Παίζαμε κάνα μπουρλότο, ένα χαρτάκι. Αυτά είναι που χάσαμε. Αλλά είναι γενικό το κακό, έτσι δεν είναι;» ρωτάει, βγάζοντας ταυτόχρονα έναν αναστεναγμό. Σε λίγο η φωνή του χαμηλώνει. «Θα σε αφήσω τώρα» μου λέει καληνυχτίζοντάς με.

Ο ίδιος ετοιμάζεται να ξαπλώσει μετά από μία ακόμα μέρα στη δουλειά. Τα χιλιόμετρα μέσα στη φύση είναι πολλά και η ξεκούραση απαραίτητη. «Ανησυχείς ή είσαι αισιόδοξος;» τον ρωτάω πριν κλείσει. «Κοίταξε να σου πω. Εμένα, τώρα, και να με βρει ο ιός, τα χρόνια μου τα έζησα. Περάσανε. Αλλά και γιατί να με βρει; Εδώ στην εξοχή πού να με βρει;» λέει και το γέλιο του χάνεται σταδιακά στην άλλη άκρη του ακουστικού.

Πηγή: www.lifo.gr