Γράφει ο Τάσος Τόκας, δάσκαλος ειδικής αγωγής, προϊστάμενος 2ου Ειδικού Δημοτικού Σχολείου Ιωαννίνων 

Αν για όλους μας  η περίοδος αυτή είναι δύσκολη, για τα παιδιά ΑμεΑ των λαϊκών οικογενειών γίνεται Γολγοθάς. Η συνθετότητα  των προβλημάτων που βιώνουν τα παιδιά αυτά έρχεται να επιδεινωθεί λόγω της έλλειψης υποστηρικτικών δομών αφού η κυβέρνηση σφυρίζει αδιάφορα μπροστά στα οξυμένα προβλήματα του πολύπαθου χώρου της Ειδικής Αγωγής.

Θα πει κάποιος: «Εδώ ολόκληρος πρωθυπουργός ασχολήθηκε προσωπικά με το αίτημα μιας μητέρας  αυτιστικού παιδιού κι εσείς λέτε ότι δεν ενδιαφέρεται;» Ακριβώς, αυτά τα επικοινωνιακά «κολπάκια» γίνονται για να συγκαλύψουν τις τεράστιες πολιτικές ευθύνες, διαχρονικά των κυβερνήσεων, για τις ελλείψεις ως προς την υποστήριξη των παιδιών ΑμεΑ και των οικογενειών τους.

Καταρχάς, αν είναι σχετικά δύσκολο να κατανοήσουν τα μικρά παιδιά τα «γιατί» και τα «πώς» της πανδημίας του κορονοϊού, για πολλές  περιπτώσεις παιδιών ΑμεΑ είναι σχεδόν αδύνατο. Πώς π.χ. να εξηγήσει ένας γονέας σ’ ένα παιδί με βαριά νοητική υστέρηση ή αυτισμό, γιατί σταματήσαμε να πηγαίνουμε στο σχολείο; Γιατί περιορίσαμε ή σταματήσαμε τις βόλτες μας; Γιατί δεν βλέπουμε τον παππού και τη γιαγιά; Γιατί πρέπει να φοράμε μάσκες και γάντια; Όλα αυτά τα «γιατί» είναι αδύνατο από μόνη της μια οικογένεια να τα απαντήσει.

 Η απουσία της αναντικατάστατης επιστημονικής στήριξης, όπως για παράδειγμα των  ψυχολόγων, εργοθεραπευτών, φυσιοθεραπευτών, λογοθεραπευτών κ.α. που, έτσι κι αλλιώς ήταν ελλιπέστατη σε επίπεδο δημόσιων οργανωμένων δομών σε κανονικές συνθήκες,  αφήνει, μαζί με τις συνέπειες από την πανδημία, ανεξίτηλα τα σημάδια της  στα παιδιά με αναπηρία και τις οικογένειες του.  Στις σημερινές συνθήκες, έντονου άγχους, εγκλεισμού και γενικευμένης ανασφάλειας, όχι μόνο έπρεπε να συνεχίσουν με κάθε τρόπο τις επιστημονικές παρεμβάσεις για να μην παλινδρομήσουν, αλλά θα έπρεπε, με ευθύνη της κυβέρνησης και του κράτους, να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ενίσχυση της στήριξής τους με κάθε τρόπο και μέσο.

Προχωρώντας στην εκπαίδευση αυτών των παιδιών, τα πράγματα είναι τουλάχιστον τραγικά.  Ενώ στην πρώτη ανακοίνωση του Υπουργείου Παιδείας  για την έναρξη της τηλεκπαίδευσης στην εκπαίδευση δεν γινόταν καμία αναφορά στις μονάδες Ειδικής Αγωγής, στη συνέχεια ήρθε νέα εγκύκλιος με την οποία  το υπουργείο καλούσε τα ΚΕΣΥ «να οργανώσουν εξ αποστάσεως συμβουλευτική υποστήριξη των γονέων και μαθητών … και  σε συνεργασία με τους διευθυντές των ΣΜΕΑΕ, να συντονίσουν το προσωπικό των Ε.Δ.Ε.Α.Υ. (Επιτροπή Διεπιστημονικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης) προκειμένου να παράσχουν τις αντίστοιχες εξ αποστάσεως υπηρεσίες στην περιοχή ευθύνη τους». Καλούσε επίσης  τους «μαθητές  των σχολείων Ειδικής Αγωγής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, να συμμετέχουν με τις κατάλληλες προσαρμογές στην εξ αποστάσεως διδασκαλία που οργανώνεται ανά περιοχή»(!!!). Όσο και αν είναι απαραίτητη μια τέτοια παρέμβαση του Υπουργείου, εντούτοις, η εγκύκλιος δεν προέβλεπε κανένα μέτρο για το πώς θα λειτουργήσει η τηλεκπαίδευση με δεδομένες τις ιδιαίτερες δυσκολίες στη μάθηση των παιδιών. Με λίγα λόγια, «οδηγίες προς ναυτιλομένους» και από κει και πέρα είναι ατομική ευθύνη το αν οι γονείς τις υλοποιήσουν ή όχι. Για μια ακόμη φορά δηλαδή το Υπουργείο και η Κυβέρνηση σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου!

Σε αντίθεση με την απόλυτα ανεύθυνη στάση του Υπουργείου Παιδείας, οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί των Εδικών Σχολείων, των Τάξεων Ένταξης και της Παράλληλης Στήριξης βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή δίπλα στα παιδιά και τις οικογένειές τους με αίσθημα εκπαιδευτικής και κοινωνικής ευθύνης. Αφιέρωσαν κι αφιερώνουν πολύ περισσότερο χρόνο από πριν για να βρουν νέους τρόπους εκπαιδευτικής υποστήριξης, έχοντας υπόψη τις τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες. Διατήρησαν  την επαφή με τα παιδιά και τις οικογένειές τους κυρίως εμψυχώνοντάς τους, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους και δυναμώνοντας  τους ήδη υπάρχοντες δεσμούς  σχολείου-εκπαιδευτικού –οικογένειας.

Η συνεργασία των εκπαιδευτικών με τους γονείς ανέδειξε προβλήματα που τα περισσότερα, για όσους ασχολούνται με την Ειδική Αγωγή, είναι αυτονόητα, αλλά και κάποια νέα  ζητήματα  και σύνθετες καταστάσεις:

  • Η ζωντανή επικοινωνία των εκπαιδευτικών με τα παιδιά και τους γονείς (τηλέφωνο, βιντεοκλήση) έφερνε χαρά και συγκίνηση. Οι γονείς ευχαριστούν τους εκπαιδευτικούς που βρίσκονται κοντά τους αυτές τις δύσκολες για όλους στιγμές, ενώ τα παιδιά εκδήλωναν τη χαρά τους με ποικίλους-συγκινητικούς τρόπους. Τους εμπιστεύονται ιδιαίτερα οικογενειακά τους προβλήματα, αν κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στις παρούσες συνθήκες. Ο εκπαιδευτικός της Ειδικής Αγωγής θεωρείται από τους γονείς και τα παιδιά σχεδόν … μέλος της οικογένειας.  Σε άλλες όμως περιπτώσεις, (π.χ. λειτουργικός αυτισμός και κυρίως σε βιντεοκλήσεις) που δημιουργούνταν συναισθηματική ένταση. Ο μαθητής δεν ήθελε να σταματήσει η κλήση, ήθελε να δει από κοντά τον δάσκαλό του, ήθελε να πάει στο σχολείο κ.ά. καταστάσεις δηλαδή που δε βοηθούσαν καθόλου το παιδί.
  • Η συντριπτική πλειοψηφία των γονέων επιβεβαιώνει ότι οι φόρμες τηλεκπαίδευσης του Υπουργείου (e-me, e-cllass, webex) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν  από τους ίδιους και πολύ περισσότερο από τα παιδιά, για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν έχουν φτιαχτεί για ΑμεΑ. 
  • Σε σχέση με τη σύγχρονη τηλεκπαίδευση, οι γονείς επιλέγουν να επικοινωνήσουν ζωντανά με φόρμες που οι ίδιοι (σε κάποιες περιπτώσεις και τα παιδιά) είναι εξοικειωμένοι (π.χ. viber, messenger κ.ά). 
  • Σε σχέση με τις γραπτές ασκήσεις, υπάρχει, δικαιολογημένα, τρομερή δυσκολία από τους γονείς να τις αξιοποιήσουν. Ο απλούστατος λόγος είναι ότι ο γονέας δεν είναι Ειδικός Παιδαγωγός. Τα περισσότερα παιδιά που φοιτούν στην Ειδική Αγωγή χρειάζονται ιδιαίτερους παιδαγωγικούς  χειρισμούς, ώστε να καθίσουν σε ένα γραφείο και να εκτελέσουν μια γραπτή εργασία, να μειωθεί η απόσπαση της προσοχής τους, να χειριστεί την πιθανότητα αντίδρασης κατά την προσπάθεια, κλπ. Αυτό που για ένα άλλο παιδί είναι «απλό» και «αυτονόητο» εδώ απαιτεί ιδιαίτερους χειρισμούς.  Έτσι οι εκπαιδευτικοί συχνά ακούνε στα τηλεφωνήματα «σας παρακαλούμε, μην μας φορτώνετε κι άλλα προβλήματα, αρκετά έχουμε».
  • Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών που αντιμετωπίζουν κοινωνικής και οικονομικής φύσης προβλήματα και έχουν αφεθεί στη μοίρα τους από την πολιτεία (οικογένειες που έχουν την ανάγκη παρέμβασης της Πρόνοιας, οι ίδιοι ΑμεΑ, άνεργοι κ.ά). Για τα παιδιά τους, το σχολείο αποτελούσε μια όαση μέσα στην καθημερινότητά τους. Επιπλέον οι εκπαιδευτικοί είχαν καθημερινή «εικόνα» της κατάστασης των παιδιών και μπορούσαν να παρεμβαίνουν για να βοηθούν στην αντιμετώπιση προβλημάτων. Οι εκπαιδευτικοί, στις σημερινές συνθήκες, αντιμετωπίζουν επιπλέον προβλήματα επικοινωνίας με αυτές τις οικογένειες και  ο καθένας μπορεί να φανταστεί την κατάσταση που επικρατεί μεταξύ των μελών τους, όταν δεν υπάρχει υποστήριξη από δημόσιες δομές.
  • Έχουν μεταφερθεί στους εκπαιδευτικούς προβλήματα που έχουν να κάνουν με τη συμπεριφορά της αστυνομίας απέναντι σε γονείς που βγαίνουν βόλτα με τα παιδιά τους, που σε κάποιες περιπτώσεις είναι προσβλητική.
  • Τέλος, σχεδόν σε όλες τις οικογένειες ελλοχεύει ο «τρόμος» για το τι θα γίνει αν ένας γονέας  νοσήσει από τον ιό και τον μεταδώσει άθελά του στο παιδί το οποίο μπορεί να βρίσκεται σε ανοσοκαταστολή.  Με δεδομένη την ανυπαρξία υποστηρικτικών υπηρεσιών οι συνέπειες θα είναι τραγικές.

Στις σημερινές λοιπόν συνθήκες ο εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής, το ειδικό επιστημονικό προσωπικό και το ειδικό βοηθητικό επιβάλλεται να προσφέρει τις επιστημονικές του γνώσεις, να συνεχίσει να βρίσκεται στο πλάι των παιδιών και των οικογενειών τους, διεκδικώντας επιτακτικά να παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ουσιαστική στήριξή τους. την γενναία αύξηση της χρηματοδότησης της ειδικής αγωγής καθώς οι ανάγκες είναι πιο σύνθετες και πολλαπλάσιες. ώστε να ταυτόχρονα με κάθε τρόπο αιτήματα και θέσεις που συμβάλλουν στη λύση προβλημάτων τους. 

Το πρώτο που έχουμε να επισημάνουμε είναι ότι στην Ειδική Αγωγή δεν μπορούμε να μιλάμε για τηλεκπαίδευση, αλλά για εξ αποστάσεως εκπαιδευτική, ψυχολογική και συμβουλευτική υποστήριξη. Ως εκ τούτου ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να στηριχτεί (με εξαίρεση ίσως κάποια παιδιά με αισθητηριακά προβλήματα και αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας) στη χρήση των υπαρχουσών φορμών τηλεκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας. Αυτό που πρέπει να κάνει είναι πρώτα και κύρια η ζωντανή επικοινωνία με όποιο τρόπο και μέσο είναι εξοικειωμένο το παιδί και ο γονέας και σε δεύτερη φάση να αναζητήσει και προτείνει  ηλεκτρονικές σελίδες  με εκπαιδευτικό υλικό,  παιχνίδια, παζλ, ταινίες, ντοκιμαντέρ, κατασκευές, τραγούδια, θεατρικές παραστάσεις και ανάγνωση παραμυθιών.   

Έχοντας κατά νου την ιδιαιτερότητα του κάθε παιδιού, την ηλικία του και τις ανάγκες που προκύπτουν από την αναπηρία του, ο εκπαιδευτικός βοηθάει τους γονείς να οργανώσουν την καθημερινότητά του με ένα σταθερό πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει δραστηριότητες, παιχνίδι, περίπατο κλπ. Να πάρουμε υπόψη ότι στις περισσότερες (αν όχι σε όλες) περιπτώσεις παιδιών ΑμεΑ, το σταθερό ημερήσιο πρόγραμμα, βοηθά στην καταπολέμηση του άγχους και των εντάσεων.

Όλα τα παραπάνω δε μπορούν να αποτελούν μέρος της ατομικής ευθύνης εκπαιδευτικών και γονιών. Τα αιτήματα που η ίδια η ζωή αποδεικνύει ότι είναι υπερ-ώριμα να υλοποιηθούν αποτελούν κρατική ευθύνη που το Υπουργείο και η Κυβέρνηση οφείλει να ικανοποιήσει άμεσα:

  • Με ευθύνη του κράτους,  έκτακτη χρηματοδότηση,  πρόσληψη  μόνιμου επιστημονικού προσωπικού να διασφαλιστούν όλες οι αναγκαίες θεραπείες, η άθληση, εργοθεραπευτική και φυσιοθεραπευτική επιστημονική στήριξη,  παραπέρα ψυχολογική και συμβουλευτική των παιδιών και των οικογενειών τους. 
  • Την διάθεση του ηλεκτρονικού εξοπλισμού (tablet, laptop, σύνδεση internet) για να μπορεί να υπάρξει η εξ αποστάσεως υποστήριξη για όσα παιδιά με αναπηρία μπορούν να αξιοποιήσουν τα τεχνολογικά μέσα.  
  • Δημιουργία Κεντρικής Ψηφιακής Πλατφόρμας Διδακτικού Υλικού από το Υπουργείο, στην οποία θα υπάρχει υλικό διαβαθμισμένο για κάθε Ειδική Μαθησιακή Ανάγκη και Δυσκολία,  στην οποία θα έχουν πρόσβαση όλοι οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί και θα περιλαμβάνει δραστηριότητες και υλικό για όλες τις ηλικίες. 
  • Πλήρης στελέχωση και ανάπτυξη των Κέντρων Ψυχικής Υγείας και των ιατροπαιδαγωγικών Κέντρων ώστε να προσφέρουν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες διάγνωσης – θεραπείας – αποκατάστασης, συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης. 
  • Έκτακτη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό στην Παιδεία, ώστε όλες οι σχολικές μονάδες, όλα τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές, να έχουν τον απαραίτητο τεχνολογικό εξοπλισμό.