Αυτά που βιώνουμε ένεκα της πανδημίας του κορωνοϊού είναι πραγματικά πρωτόγνωρα. Μια κοινωνία ολόκληρη ‘‘κλεισμένη στο καβούκι’’ της για μέρες και δη για άγνωστο ακόμα χρονικό διάστημα. Τα δε διοικητικά μέτρα, έτσι όπως τα ζούμε όλοι στην καθημερινότητά μας, είναι ασφυκτικώς περιοριστικά, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι αυτά θυμίζουν άλλες εποχές ‘‘μη δημοκρατικής’’ λειτουργίας του πολιτεύματος. Καθίσταται, επομένως, απολύτως κομβικό, στο επίπεδο της προστασίας των θεμελιωδών ατομικών ελευθεριών και αντίστοιχα της δυνατότητας και του βαθμού περιορισμού της ασκήσεως τους, το ερώτημα κατά πόσο το Σύνταγμά μας επιτρέπει τη ληφθείσα εκ της κρατικής δομής δέσμη μέτρων. Κινδυνεύει η δημοκρατία μας, άραγε, όπως λένε μερικοί;

Ο Συνταγματικός Νομοθέτης, που ex officio καθορίζει όχι μόνο τον καμβά της πολιτειακής συγκρότησης αλλά και την ‘‘ισορροπία’’ της κοινωνικής διαβίωσης, φρόντισε να είναι πολύ συγκεκριμένος. Στην §3 του άρθρου 5 του Συντάγματος ορίζεται, ως ‘‘νευραλγική’’ συνταγματική αρχή, ο κανόνας ότι η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη και συνεπεία του κανόνα αυτού κανένας δεν καταδιώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος. Ενώ στην §4 του ιδίου άρθρου, το Σύνταγμα διακηρύττει ότι απαγορεύονται τα ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν. 

Ωστόσο, στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 διατυπώνεται κατά τρόπο λιτό και εξαντλητικό  η συνταγματικά θεμιτή παράκαμψη του παραπάνω κανόνα: Στην απαγόρευση της παραγράφου 4 δεν περιλαμβάνεται η απαγόρευση της εξόδου με πράξη του εισαγγελέα, εξαιτίας ποινικής δίωξης, ούτε η λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών, όπως νόμος ορίζει.

Κατά συνέπεια, όταν συντρέχουν παρόντες, άμεσοι και επείγοντες λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας, προστασίας που αναγνωρίζεται ως κορωνίδα της υπαρκτικής και τελολογικής λειτουργίας του ίδιου του κράτους, είναι δυνατόν να λαμβάνονται τα κατά τον νόμο οριζόμενα μέτρα περιστολής της ελευθερίας της μετακίνησης των πολιτών, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τα μέτρα αυτά δεν λαμβάνονται ως ‘‘ατομικά διοικητικά μέτρα’’ αλλά έχουν καθολικό χαρακτήρα και απευθύνονται στην κοινωνία κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.

Από την άλλη πλευρά, το Σύνταγμά μας δεν είναι ένα Σύνταγμα ‘‘απομονωτικό’’ και ‘‘εθνο-κλειστοφοβικό’’. Λειτουργεί στο πλαίσιο όχι μόνο της εθνικής πραγματικότητας και της εντόπιας πολιτειακής συγκρότησης αλλά είναι παράλληλα και ο βασικός νομικός ‘‘διασυνδετήριος άξονας’’ της Ελλάδας με το διεθνές δίκαιο, το παγκόσμιο σύστημα και την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Έτσι, στο άρθρο 28 ορίζει ότι οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Τούτο σημαίνει ότι όσον αφορά τους περιορισμούς των μετακινήσεων των πολιτών, που έχουν επιβληθεί αρμοδίως και στην Ελλάδα, θα πρέπει να ερευνηθεί τι ακριβώς ορίζουν κρίσιμες, οικουμενικού ή μόνο ευρωπαϊκού διαμετρήματος, διεθνείς συνθήκες, στις οποίες, μετά την επικύρωσή τους από την Ελληνική Βουλή, το ίδιο το Σύνταγμα προσδίδει υπερνομοθετική ισχύ.

Καταρχάς, λοιπόν, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο ψηφίστηκε από την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και κυρώθηκε από το Κοινοβούλιό μας με τον Ν. 2462/1997, προβλέπει στην §1 του άρθρου 12 ότι οποιοσδήποτε βρίσκεται νόμιμα στο έδαφος ενός Κράτους έχει δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης και ελεύθερης επιλογής κατοικίας στο έδαφος αυτού του Κράτους, αλλά στην §3 θεσπίζει περιπτώσεις θεμιτού εξαιρετισμού, ορίζοντας ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαιώματα υπόκεινται σε προβλεπόμενους στον Νόμο περιορισμούς, όταν αυτοί είναι απαραίτητοι για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας, των χρηστών ηθών ή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, και σύμφωνοι με τα άλλα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο παραπάνω Σύμφωνο.

Επικουρικά και συνερμηνευτικά, στο άρθρο 4 του εν λόγω Συμφώνου τίθεται η γενική ‘‘ρήτρα παρέκκλισης’’ από τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στο Σύμφωνο κρατών, κατά την οποία σε περίπτωση εξαιρετικού δημόσιου κινδύνου, ο οποίος απειλεί την ύπαρξη του έθνους και αναγνωρίζεται από επίσημη πολιτειακή πράξη, τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο Σύμφωνο αυτό μπορούν να λάβουν, στον βαθμό που οι περιστάσεις το απαιτούν, μέτρα που παρεκκλίνουν των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο  Σύμφωνο, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν θα είναι ασυμβίβαστα προς τις άλλες υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το διεθνές δίκαιο και δεν θα συνεπάγονται καμία διάκριση που βασίζεται αποκλειστικά στη φυλή, το χρώμα, το γένος, τη γλώσσα, το θρήσκευμα ή την κοινωνική προέλευση.

Αλλά και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η Σύμβαση – Σύμβολο του Συμβουλίου της Ευρώπης (Conseil de l’ Europe), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, προβλέπει στο άρθρο 5 ότι κάθε φυσικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια και, επιπρόσθετα, κανείς δεν επιτρέπεται να στερηθεί την ελευθερία αυτή. Στις εξαιρέσεις όμως του ιδίου άρθρου διευκρινίζεται με ενάργεια (περιπτ. ε του αρ. 5) ότι είναι δυνατός ο περιορισμός, πάντα κατόπιν ακολουθήσεως της νομίμου διαδικασίας, μεταξύ άλλων και ατόμων  δυναμένων να μεταδώσουν μεταδοτική ασθένεια.

Εν τέλει, στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) είναι αρκούντως σαφής και διαφωτιστικός. Στη μεν §1 του άρθρου 52 θέτει ως κατευθυντήρια γραμμή τον κανόνα ότι κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον Νόμο και να τηρεί το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

Στη δε §3 του άρθρου 52 όμως, αναφέροντας (ο ΧΘΔΕΕ) ότι στο μέτρο που ο  Χάρτης αυτός περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους (των δικαιωμάτων δηλαδή) είναι ίδιες με εκείνες που τους επιφυλάσσει η εν λόγω Σύμβαση (ήτοι η ΕΣΔΑ), επί της ουσίας εναρμονίζεται de minimis με το καθεστώς προστασίας και περιορισμών, αντιστοίχως, της ΕΣΔΑ, καθεστώς το οποίο ήδη καταγράφηκε παραπάνω. 

Κατόπιν των ανωτέρω, καθίσταται επιστημονικά στέρεο και νομικά τεκμηριωμένο το συμπέρασμα ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στο συνταγματικό δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών με την ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π οικ 20036 (ΦΕΚ 986/22-3-2020), λόγω των προφανών σοβαρότατων λόγων δημόσιας υγείας και δημόσιας ασφάλειας (προστασία των ανθρώπινων ζωών, αποφυγή της μετάδοσης της πανδημίας, προφύλαξη του ΕΣΥ από ‘‘εμφραγματικές’’ δυσλειτουργίες ή ακόμα και από κατάρρευση) είναι συμβατοί με το Σύνταγμα και δη με το διεθνές νομικό στερέωμα, έτσι όπως αυτό έχει ενσωματωθεί, κατά ρητή επιταγή και δικαιοπολιτική επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη, στην ελληνική έννομη τάξη και, αντιστρόφως, η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων δεν συνιστά μια ultra vires (καθ’ υπέρβαση εξουσίας) καταχρηστικότητα της προκείμενης ευχέρειας της Διοίκησης να λαμβάνει πάντως πρόσφορα και αναλογικά του σκοπού (προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας) μέτρα.

Κατερίνη, 26/3/2020

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International 

Relations and the political science.