ΤΟ ΝΕΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΒΡΟΥΤΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΥΝΕΠΕΙΑ.

Το Ασφαλιστικό ζήτημα, όντας άρρηκτα συνδεδεμένο με την Οικονομία και τη μελλοντική επιβίωση της χώρας, ήταν ανέκαθεν, και είναι, κρισιμότατο πεδίο πολιτικής και εθνικής βαρύτητας. Προεκλογικά, η ΝΔ υπερασπιζόταν τη δημιουργία τριών πυλώνων στο Ασφαλιστικό, οι οποίοι και θα αποτελούσαν την πεμπτουσία της περιβόητης ‘‘ασφαλιστικής μεταρρύθμισης’’, της μεταρρύθμισης που όχι μόνο θα απάλειφε ή θα άμβλυνε τις αστοχίες και αγκυλώσεις του λεγόμενου ‘‘Νόμου Κατρούγκαλου’’ (Ν. 4387/2016) αλλά θα έθετε σε νέες, πρωτοποριακές βάσεις την κοινωνική ασφάλιση και θα εξασφάλιζε τη βέλτιστη προοπτική και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα συνολικά του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Όπως δήλωνε λίγο πριν τις εκλογές ο τότε αρμόδιος Τομεάρχης της ΝΔ και σημερινός Υπουργός Εργασίας, κ. Βρούτσης, ο πρώτος, καθολικός και υποχρεωτικός πυλώνας είναι αδιαπραγμάτευτα ο δημόσιος και «μέσα από ένα απόλυτα διαφανές σύστημα, ο δεύτερος πυλώνας πρέπει να έχει χαρακτήρα κεφαλαιοποιητικού συστήματος και οτρίτος πυλώνας είναι τα επαγγελματικά Ταμεία»

(https://www.insider.gr/eidiseis/oikonomia/114161/i-protasi-tis-nd-gia-asfalistiko).

Ο κ. Μηταράκης, νυν Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, στην ίδια γραμμή  διευκρίνιζε ότι η ΝΔ θα εφαρμόσει ένα ισορροπημένο σύστημα τριών πυλώνων, λέγοντας πως ο δεύτερος πυλώνας πρέπει να γίνει κεφαλαιοποιητικός, σύμφωνα με τον οποίο κάθε ασφαλισμένος θα έχει τον δικό του ατομικό λογαριασμό. Συμπλήρωνε δε ότι η Κυβέρνηση της ΝΔ θα ξεκινούσε την εφαρμογή του συστήματος των τριών πυλώνων από τους νέους ασφαλισμένους, καθώς με μια τέτοια αρχή το κόστος μετάβασης θα ήταν διαχειρίσιμο σε βάθος δεκαετιών (ίδετε τον άνω διαδικτυακό τόπο).

Ο δε κ. Σταϊκούρας, σημερινός Υπουργός Οικονομικών, δήλωνε προεκλογικά ότι το τριπυλωνικό ασφαλιστικό εφαρμόζεται με διάφορες παραλλαγές σε πάρα πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από τη Σουηδία και την Ολλανδία μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (https://www.iefimerida.gr/news/444208/staikoyras-aytoi-einai-oi-treis-pylones-tis-nd-gia-asfalistiko).

Αλλά και στο επίσημο προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ που τιτλοφορούνταν ‘‘Έτοιμοι να αλλάξουμε την Ελλάδα, οι βασικοί άξονες του σχεδίου μας’’, γραφόταν με σαφήνεια στη σελίδα 22: «Με δεδομένη την εξασφάλιση αξιοπρεπούς εθνικής σύνταξης και την ενεργοποίηση του θεσμού των επαγγελματικών ταμείων, είναι ανάγκη να δοθούν περαιτέρω κίνητρα για τη στήριξη και της ιδιωτικής ασφάλισης’’.

Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα είναι απ’ αυτά που αποκαλούμε ‘‘δομικά προβλήματα’’ της ελληνικής Οικονομίας και πολιτικής ζωής. Στην Ελλάδα που διαχρονικά υφίσταται συστημικό αποταμιευτικό κενό, σύμφωνα με έκθεση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Μελετών (ΙΟΒΕ) το 2019 (Συνταξιοδοτική Μεταρρύθμιση και Ανάπτυξη, ίδετε παρακαλώ http://iobe.gr/docs/research/RES_04_15042019_REP_GR.pdf), στην Ελλάδα που τα ελληνικά νοικοκυριά κατέγραψαν το 2017 τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ ως προς την αποταμίευση, στην Ελλάδα που, από την άλλη πλευρά, η συνολική εισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ασφαλιστικά ταμεία έφτασε τα 118 δισ. ευρώ (!!!), ήτοι το 40% του δημοσίου χρέους που είχε η χώρα στο τέλος του 2009, δηλαδή την τελευταία χρονιά πριν εισέλθει στα… ‘‘μνημόνια’’ (!!!), στην Ελλάδα που η δαπάνη για τις συντάξεις ανέρχεται στο 16% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 6% του ΑΕΠ, λειτουργούσε επί δεκαετίες, ‘‘τη ευλογία και τη γνώσει’’ όλων των πολιτικών δυνάμεων, ένα καθαρά αναδιανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα.

Γι’ αυτό, και επειδή δεν υπήρχε ο συμπληρωματικός και επικουρικός μεν, απαραίτητος και αναζωογονητικός δε για το σύστημα, κεφαλαιοποιητικός πυλώνας, αλλά, αντιθέτως, επικρατούσε η μονοδιάστατη αναδιανεμητική λογική, τα (πολλά) χρήματα για τις συντάξεις προέρχονταν είτε από κρατικό δανεισμό, είτε από κρατική επιχορήγηση, που φυσικά βασίζεται στη φορολόγηση των Ελλήνων πολιτών.

Ο ιδιωτικός κεφαλαιοποιητικός πυλώνας, λοιπόν, που έπρεπε να προστεθεί στο ασφαλιστικό σύστημα, με βάση και όσα η ίδια η ΝΔ ορθώς υποστήριζε προεκλογικά, κατά τον οποίο κάθε ασφαλισμένος επενδύει εξατομικευμένα στο μέλλον του και αποκτά την πραγματική και ουσιαστική κτήση των ασφαλιστικών εισφορών του μέσω της δημιουργίας ατομικών λογαριασμών αποταμίευσης, θα ‘‘αποσυμφορούσε’’ το σύστημα, θα έδινε σοβαρά κίνητρα για εργασία και αποταμίευση και θα ‘‘αποκαθιστούσε’’, σε ορισμένο βαθμό, τις ‘‘αδικίες’’ του διανεμητικού πυλώνα.

Ειδικά, η εγχώρια αποταμίευση δημιουργεί ζωτικό χώρο για επενδύσεις και βιώσιμο εξωτερικό ισοζύγιο. Είναι οικονομολογικά διαπιστωμένο παγκοσμίως και πια διδακτέο ότι χώρες με υψηλότερη αποταμίευση τείνουν να έχουν αναπτυγμένες κεφαλαιαγορές και ότι τέτοιες χώρες διαθέτουν και υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Μάλιστα, στην άνω πρότασή του, το ΙΟΒΕ τεκμηρίωνε ότι η δημιουργία του ιδιωτικού κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στο ασφαλιστικό μας σύστημα, θα απέφερε αποθεματικά κεφάλαια άνω των 90 δισ. ευρώ μέσα σε 40 χρόνια, το ήμισυ των οποίων θα μπορούσε να επενδυθεί στην εγχώρια κεφαλαιαγορά. Στο σενάριο αυτό, η αύξηση του ΑΕΠ μας θα ήταν 8,6 δισ. ευρώ σε βάθος 40 χρόνων (σε σταθερές τιμές 2016).

Το νέο ‘‘Ασφαλιστικό Βρούτση’’ όμως αντί να θεσπίσει τον παραπάνω κεφαλαιοποιητικό πυλώνα, επιδιώκοντας τα άνω πλεονεκτήματα και ικανοποιώντας παρούσα και μέλλουσα ανάγκη εθνικής σημασίας και εφαρμόζοντας (από την άλλη πλευρά) και όσα προεκλογικά διακοίνωνε η ΝΔ, προκειμένου να καταστεί ‘‘κοινωνικά αρεστό’’ προβλέπει αυξήσεις στις κύριες συντάξεις για όσους έχουν πάνω από 30 χρόνια ασφάλισης, κατάργηση των περικοπών του 2016 στις επικουρικές, ασφαλιστικές κατηγορίες ελεύθερης επιλογής για τους ελεύθερους επαγγελματίες και κατάργηση της υποχρέωσης ασφάλισης για το λεγόμενο «μπλοκάκι», αν ο εργαζόμενος είναι ταυτόχρονα και μισθωτός. Η συνταξιοδοτική δαπάνη έτσι αυξάνεται και η ωρολογιακή βόμβα του ασφαλιστικού συνεχίζει να χτυπά όλο και πιο ταχέως πια.

Δυστυχώς, χάθηκε η ευκαιρία, με την προσθήκη του άνω κεφαλαιοποιητικού πυλώνα και εν γένει τη δημιουργία ενός ‘‘Ασφαλιστικού τριών πυλώνων’’ να θωρακιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος, να αντιμετωπιστεί ‘‘εργαλειακά’’ το σημαντικό κενό επενδύσεων και αποταμιεύσεων και ευρύτερα να αξιολογηθεί πιο ευνοϊκά η βιωσιμότητα του χρέους της χώρας και να ανέλθουμε επενδυτικές βαθμίδες. Η παραμένουσα υψηλή και με το ‘‘Νόμο Βρούτση’’ δαπάνη στις συντάξεις υπονομεύει την ανάπτυξη, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και δοκιμάζει πιεστικά την ίδια τη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού.

Το Ασφαλιστικό eo ipso βλέπει στο μέλλον και ‘‘αλληλοπλέκεται’’ μ’ αυτό, αλλά παρά ταύτα ο ‘‘Νόμος Βρούτση’’ δεν ‘‘είδε’’ παρά μόνο τη ‘‘τρέχουσα συγκυρία’’. Στην Ελλάδα που σήμερα έχει 2.588.605 συνταξιούχους (ίδετε την από το 2018 έκθεση ‘‘Ήλιος’’ του ΗΔΙΚΑ), που το εργατικό της δυναμικό συρρικνώνεται (https://www.statistics.gr/documents/20181/1515741/GreeceInFigures_2019Q4_EN.pdf.pdf/d0149260-0983-9d80-e5c1-4368dc87fda3, σελ. 103) και είναι σήμερα κάτω από 4 εκατ. και θα είναι σταθερά στο μέλλον όλο και μειούμενο, που το 2050 προβλέπεται να έχει πληθυσμό περί τα 8 εκατομμύρια, εκ των οποίων τα σχεδόν 3 εκατομμύρια θα είναι γέροντες (https://www.cnn.gr/news/ellada/story/201619/dimografiko-provlima-molis-8-ekatommyria-o-plithysmos-stin-ellada-eos-to-2050), η ‘‘μη μεταρρύθμιση’’ του ασφαλιστικού και ο εξοβελισμός της ουσιαστικής αντιμετώπισής του στο ‘‘μέλλον’’, πιθανόν ‘‘τινάξουν στον αέρα’’ κάποια στιγμή όλο το συνταξιοδοτικό σύστημα και να φέρουν, και δη με μαθητική ακρίβεια, ξανά την οικονομία, κυριολεκτικά, στο… χείλος του γκρεμού.

 Το τραγελαφικό, εν προκειμένω, ωστόσο, είναι ότι το μέγα αυτό πρόβλημα όχι μόνο το γνωρίζει ο νυν Υπουργός, αλλά το ξέρουν στο κυβερνών κόμμα παλαιόθεν. Ο Κωστής Χατζηδάκης, νυν Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας και νυν Αντιπρόεδρος της ΝΔ σε άρθρο του το 2007 (Καθημερινή, 27-10-2007) έγραφε επί λέξει: «Το βασικό πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος στην Ελλάδα και στην Ευρώπη είναι ο ίδιος ο διανεμητικός του χαρακτήρας… Μ’ αυτόν διογκώνεται το κρυφό χρέος των ασφαλιστικών ταμείων, καθώς η μελλοντική αξία των συντάξεων είναι μεγαλύτερη από το σύνολο των προσδοκώμενων εσόδων των ταμείων, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται ασταμάτητα ένα κρυφό χρέος το οποίο θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι σημερινοί, αλλά κυρίως οι επόμενες γενιές ασφαλισμένων…».

Συνεπώς, η αναντιστοιχία μεταξύ αφενός των προεκλογικών εξαγγελιών και αφετέρου της παρούσας κυβερνητικής πρωτοβουλίας στο ασφαλιστικό, είναι εξόφθαλμη και αντιληπτή απ’ όλους μας, παλαιότερους και νεότερους, που διαθέτουμε πια ‘‘ανοσία’’ στις παλινδρομήσεις και ‘‘κυβιστήσεις’’ των πολιτικών. Αυτό όμως που είναι απορίας άξιον είναι το τι οδήγησε την παρούσα Κυβέρνηση σε αυτήν την έκδηλη μετεκλογική διαφοροποίησή της, που πρακτικά ισοδυναμεί με σοβαρή πολιτική ασυνέπεια.

Είναι κατανοητό ότι το 2007, όταν έγραφε τα παραπάνω ο κ. Χατζηδάκης και ήταν η ΝΔ στη διακυβέρνηση του τόπου, η πολιτική κουλτούρα της εποχής (όπως βέβαια και άλλων αλήστου μνήμης εποχών) υπεδείκνυε τη χρονική μετάθεση δύσκολων μεταρρυθμίσεων στους επόμενους ή και μεθεπόμενους, ενώ το 2012-2014 δεν αποφάσιζε μόνη της η ΝΔ, καθότι υπήρχε καθεστώς ‘‘συγκυβέρνησης’’ και άλλωστε η χώρα τελούσε υπό τις επιταγές των… ‘‘μνημονίων’’. Τώρα όμως; Που έχουμε ‘‘βγει’’ από τα μνημόνια, που διαθέτουμε ‘‘μεταρρυθμιστική ατζέντα’’ και που ούτως ή άλλως έχει φτάσει (και για το ασφαλιστικό) ‘‘ο κόμπος στο χτένι’’, τι άραγε εμπόδισε την Κυβέρνηση να εφαρμόσει όσα προεκλογικά διακήρυττε για το εξαιρετικά βαρύνον και εκρηκτικό (θα ‘λεγα εγώ) αυτό θέμα; Τι φοβήθηκε άραγε; Γιατί δίστασε; Και δη τη στιγμή που το κόστος μετάβασης στο τριπυλωνικό σύστημα δεν θεωρείται απαγορευτικό; (1,8% του ΑΕΠ σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, ίδετε και Πλάτωνα Τήνιο, ‘‘Κόστος μετάβασης στους τρεις πυλώνες. Είναι όντως απαγορευτικό;’’ Καθημερινή 23-2-2020). Μήπως η Κυβέρνηση ‘‘ανέκρουσε πρύμναν’’ σε σχέση με όσα έλεγε προεκλογικά για να μην την ‘‘κατηγορήσει’’ ο ΣΥΡΙΖΑ ότι φέρνει στη χώρα το… ‘‘ασφαλιστικό Pinochet’’;

Πάντως, το σίγουρο είναι ότι οι μεγάλες μεταρρυθμιστικές τομές πρέπει να επιχειρούνται σε κομβικά και απόλυτης κοινωνικής και εθνικής σημασίας προτάγματα, διότι εκεί αναφαίνεται και η ηγετική στόφα αυτού που τις πραγματοποιεί αλλά και καταφάσκεται η «ικανότητα και μεταρρυθμιστική επάρκειά» του. Σε κάθε περίπτωση όμως, ‘‘μεταρρύθμιση’’ δεν είναι επ’ ουδενί η χρονική αναβολή μιας καίριας τομής και η παράδοση της ‘‘ωρολογιακής βόμβας’’ στον επόμενο Υπουργό, πολύ δε περισσότερο  ουδέποτε πέρασε στην Ιστορία ως ‘‘μεταρρύθμιση’’, ούτε δύναται να νοηθεί ως τέτοια, η τακτική του άλλα λέγειν (προεκλογικώς), και άλλα πράττειν (μετεκλογικώς)…

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ