Ούτε καν 3 μήνες πριν από σήμερα, κατά την ομιλία του προς την Ομογένεια στο Πολιτιστικό Κέντρο Αγίου Δημήτριου της Ν. Υόρκης, ο Πρωθυπουργός τόνιζε: «Το 2023, όταν θα γίνουν οι επόμενες εθνικές εκλογές, θα μπορείτε επιτέλους να ψηφίζετε από τον μόνιμο τόπο διαμονής σας… Θα νομοθετήσουμε την επιστολική ψήφο ώστε να μπορεί ο κάθε ένας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους να ψηφίζει εξ αποστάσεως, να μην αναγκάζεται να γυρίζει στην πατρίδα και να επωμίζεται το κόστος». Σχολίασε δε ότι η ψήφιση του νόμου για τους εκτός επικρατείας Έλληνες είναι «κομβικής σημασίας ζήτημα, συνολικά για την ποιότητα της δημοκρατίας».

Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού υπήρξαν τότε πραγματικά σπουδαίες διότι προαναγγελλόταν, για πρώτη φορά στην Ιστορία του πολιτικού μας συστήματος, μια υπερβατική τομή εθνοκεντρικού χαρακτήρα, καθώς οι εκλογές για την επιλογή των μελών της Εθνικής Αντιπροσωπείας είναι ουσιαστικά τέτοιες (εθνικές), όταν όλοι οι κάτοχοι της ελληνικής ιθαγένειας, ανεξαρτήτως της χώρας διαμονής τους, ψηφίζουν. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι το δικαίωμα της ψήφου των Ελλήνων του Εξωτερικού προϋφίστατο, απόλυτα κατοχυρωμένο, στο άρθρο 51§4 του Συντάγματος. Ωστόσο, δεν είχε ψηφιστεί μέχρι πριν λίγες ημέρες, ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος (για τον οποίο υποχρεωτικά απαιτούνταν πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των Βουλευτών), που θα όριζε τα σχετικά με την άσκηση του αναφαίρετου συνταγματικού δικαιώματος του εκλέγειν από τους αποδήμους.

Παράλληλα, με το από 28-11-2019 Ψήφισμα της, η  Θ’ Αναθεωρητική Βουλή (η παρούσα Βουλή) προσέθεσε 4η παράγραφο στο άρθρο 54 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία μπορεί να τίθενται προϋποθέσεις στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στον τόπο διαμονής τους από τους εκλογείς που κατοικούν έξω από την Επικράτεια, όπως «ο πραγματικός δεσμός με τη Χώρα, η αυτοπρόσωπη παρουσία σε εκλογικό τμήμα, ο χρόνος απουσίας από τη Χώρα ή η παρουσία στη Χώρα για ορισμένο χρόνο στο παρελθόν».

Κατόπιν δε των ανωτέρω, ψηφίστηκε ήδη ο παραπάνω εκτελεστικός του Συντάγματος Νόμος (Ν. 4648/2019) με βάση τον οποίο (αρ. 2§2) απαραίτητες σωρευτικές προϋποθέσεις για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους Ελλήνων ψηφοφόρων του Εξωτερικού είναι αυτοί: α) να έχουν διαµείνει συνολικά δύο (2) έτη εντός της Ελληνικής Επικράτειας κατά το χρονικό διάστηµα των τελευταίων τριάντα πέντε (35) ετών από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης εγγραφής και β) να έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση κατά το τρέχον ή το προηγούµενο φορολογικό έτος. Εξαρτώµενα δε µέλη των οικογενειών εξαιρούνται του περιορισµού της περίπτωσης β’, εφόσον: αα) δεν έχουν συµπληρώσει τα τριάντα (30) έτη τους και ββ) έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση συγγενείς α’ βαθµού κατά το τρέχον ή το προηγούµενο φορολογικό έτος.

Ωστόσο, στο άρθρο 51§3 του Συντάγματος απαριθμούνται από τον Συνταγματικό Νομοθέτη αποκλειστικά, περιοριστικά και εξαντλητικά, ως ‘‘numerus clausus’’, οι περιορισμοί που μπορεί ο Κοινός Νομοθέτης (η Βουλή) να επιθέσει στο δικαίωμα του εκλέγειν που έχουν οι κατέχοντες την ελληνική ιθαγένεια και κατοικούντες είτε στο Εσωτερικό, είτε στο Εξωτερικό. Στο άρθρο αυτό το Σύνταγμα πανταχόθι βοά ότι ‘‘ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.’’

Με το Νόμο, λοιπόν, που ψήφισε πριν λίγες μέρες η Βουλή, στο πλαίσιο της προστεθείσης στο Σύνταγμα παραγράφου 4 του άρθρου 54, τροποποιήθηκαν ευθέως και ουσιωδώς οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 51, δηλαδή συνταγματικές διατάξεις που δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των διατάξεων, που η προηγούμενη Βουλή (αρ. 110§2 Συντ.) αποφάσισε να αναθεωρηθούν. Το γεγονός αυτό από μόνο του, eo ipso, συνιστά άμεση καταστρατήγηση του Συντάγματος.

Από την άλλη πλευρά, σε επίπεδο ουσίας, οι περιορισμοί που θέτει ο Νόμος (ο ψηφισθείς Ν. 4648/2019) ως προς την άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου εκλογικού δικαιώματος των εκτός επικρατείας Ελλήνων είναι καθοριστικά ουσιώδεις γιατί συσχετίζοντας ένα κεντρικό πολιτικό δικαίωμα των αποδήμων (αυτό του εκλέγειν) ακόμη και με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις παράγουν ένα sui generis (ιδιότυπο) status για τους Έλληνες του Εξωτερικού, που είναι συνταγματικά ανόμοιο με αυτό των εντός επικρατείας διαμενόντων Ελλήνων. Βασικές συνταγματικές αρχές, θεμέλια της ίδιας της Δημοκρατίας, όπως η ισότητα των πολιτών απέναντι στο Νόμο (αρ. 4 του Συντάγματος), η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (αρ. 1 του Συντάγματος), το ίδιο του δικαίωμα του εκλέγειν (αρ. 51 του Συντάγματος), ιδίως ως προς την αμεσότητα και καθολικότητά του, παρερμηνεύονται εν προκειμένω και τίθενται εν αμφιβόλω. Ενώ, από την άλλη πλευρά, δημιουργείται το οφθαλμοφανώς οξύμωρον, οι Έλληνες του Εξωτερικού να μην υπόκεινται σ’ αυτούς τους περιορισμούς αν έρθουν και ψηφίσουν στην Ελλάδα κατά τη διενέργεια των εθνικών εκλογών.

Περαιτέρω, δυστυχώς η Βουλή παρήξε, εκούσα (;) – άκουσα (;), ‘‘αντιφατικές’’ επιφυλάξεις υπέρ του Νόμου μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα. Ενώ ο εκτελεστικός του Συντάγματος Νόμος που θα όριζε σύμφωνα με το άρθρο 51§4 του Συντάγματος τα της ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος των εκτός επικρατείας Ελλήνων δεν προβλεπόταν από το ίδιο το Σύνταγμα να επιθέσει κανέναν άλλον περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, πέραν απ’ αυτούς του αρ. 51§3 του Συντάγματος, θεσπίστηκε στο αρ. 54§4 η δυνατότητα εκδόσεως εκτελεστικού αυτής της διάταξης νόμου, ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλει (όπως ήδη ο ψηφισθείς νόμος επέβαλε) πρόσθετους περιορισμούς, πέραν αυτών του αρ. 51§3, στο εκλογικό δικαίωμα Ελλήνων πολιτών. 

Δηλαδή σε διάταξη (αρ. 54) που ρυθμίζει τα σχετικά με το εκλογικό σύστημα και τις εκλογικές περιφέρειες (ήτοι ρυθμίζει άλλο θέμα) τίθενται περιορισμοί, πρόσθετοι και αντιθετικοί με την διατάξη που ρυθμίζει αυτήν καθ’ αυτήν την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος (αρ. 51). Η αντισυνταγματικότητα αυτής της πρωτοβουλίας είναι προφανής, επί τη βάσει και της παραδοχής ότι οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του αρ. 51 του Συντάγματος, έχουσες να κάνουν με την ίδιο το εύρος και την ποιότητα της δημοκρατίας (όπως είχε πει στις ΗΠΑ και ο Πρωθυπουργός), ανήκουν στον σκληρό πυρήνα των μη υποκειμένων σε αναθεώρηση διατάξεων, στην ίδια την ‘‘καρδιά’’ του Συντάγματος. 

Να, λοιπόν, πού ‘‘κατέληξαν’’ οι ‘‘διαπραγματεύσεις’’ και οι ‘‘συμβιβασμοί’’ των πολιτικών κομμάτων, προκειμένου να ψηφιστεί ο… διαβόητος νόμος ‘‘διευκόλυνσης’’ της άσκησης του… ‘‘ιερού’’ εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του Εξωτερικού. Η πολυδιαφημιζόμενη ‘‘επιστολική ψήφος’’, παρά τις καλές κυβερνητικές προθέσεις, ‘‘εξαφανίστηκε από το Χάρτη’’, ο δε Νόμος που τελικά ψηφίστηκε δεν συμβαδίζει με το Σύνταγμα και αφήνει ‘‘άφωνους’’, παρά τις εξ’ αντιθέτου εξαγγελίες ή αρχικές προθέσεις, τους συμπατριώτες μας στο Εξωτερικό. 

Ωστόσο, φρονώ, ότι η πιο σπουδαία διάσταση του εξεταζόμενου θέματος δεν είναι η ‘‘καθαρά νομική’’. Ο Νόμος αυτός θα ήταν η ευκαιρία της ‘‘μητέρας Ελλάδας’’, αναφορικά και με αφορμή ένα θεμελιώδες πολιτικό της (συνταγματικό) δικαίωμα, να ενεργοποιήσει τη Διασπορά μας, να ανοίξει ουσιαστικούς διαύλους επικοινωνίας και διάδρασης με αυτήν, να απλώσει την βεντάλια του οραματικού Ελληνισμού σ’ όλο τον Κόσμο, ‘‘όπου Γης’’, όπως λέμε.

Άλλωστε, η Ελλάδα, ειδικά από εδώ και εμπρός, θα είναι από τη μια και ‘‘επιβιούσα’’ και υπαρξιακά αυτοτελής,  αλλά και στο περίγραμμα των περιφερειακών και ευρύτερων διεθνοπολιτκών συσχετισμών ισχυρή από την άλλη, όταν δεν θα συμπεριφέρεται ως ούσα ‘‘κουκίδα’’ στον Παγκόσμιο Χάρτη, μονιστικό σημείο αναφοράς σε δεδομένο χωρόχρονο, δρώντας στο sticto sensu νοούμενο ιδιότυπο πλαίσιο του ‘‘Ελλαδισμού’’ και υπό τους εγγενείς περιορισμούς του, αλλά όταν πράγματι θα συνεχίσει να είναι ενεργητικά εξωστρεφής, όπως η μακραίωνη Ιστορία της υποδεικνύει (αν όχι επιβάλλει), λειτουργώντας υπό τη λογική και δομική διασύνδεση ενός δικτύου, που στο κέντρο θα έχει την Ελλάδα, ως γεωγραφικό χώρο και πυρήνα διάδρασης, και θα απλώνεται σε κάθε γωνιά της γης, όπου ζουν και αναπνέουν και δραστηριοποιούνται Έλληνες. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Ελληνισμός, ως ιστορικό –πολιτιστικό μέγεθος (και όχι ο  ‘‘Ελλαδισμός’’ με τις καχεξίες των τελευταίων 200 χρόνων του) μπορεί όχι απλά να υφίσταται, αλλά και (mutatis mutandis) να μεγαλουργεί.

Σ’ αυτό το δίκτυο, λοιπόν, η Διασπορά παίζει τον κορυφαίο ρόλο. Διότι, απλά, η σημασία της είναι κομβικότατη. Στο βιβλίο του ‘‘Ποιοι είμαστε; Γεωπολιτική της ελληνικής ταυτότητας’’, ο οξύνους Έλληνας Καθηγητής του Πανεπιστημίου Pantheon- Sorbonne (Paris 1), Γεώργιος – Στυλιανός Πρεβελάκης γράφει (σελ. 192): ‘‘Η Διασπορά είναι ένας τρόπος οργάνωσης ο οποίος επιτρέπει την αντίσταση στην φθορά του χώρου και του χρόνου. Αποτελεί δηλαδή ένα δίκτυο το οποίο διατηρεί την συνοχή του, συντηρεί την Κυκλοφορία ανάμεσα στα στοιχεία του, παρά τις συχνά τεράστιες διαχωριστικές αποστάσεις: ο χώρος δεν κατορθώνει να το φθείρει. Ούτε ο χρόνος. Οι κοινότητες, κυκλωμένες από τον ξένο περίγυρο, διατηρούν την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα, δεν αφομοιώνονται πλήρως. Η αντίσταση στον χώρο, η διατήρηση της Κυκλοφορίας, ενισχύει την Εικονογραφία, χάρη στην οποία υπερνικάται η φθορά του χρόνου’’.

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, ότι με το Νόμο αυτόν (Ν. 4648/2019), έτσι όπως τελικά ψηφίστηκε από την ‘‘ελλαδική’’ Βουλή, χάσαμε μια(;) τεράστια ‘‘ιστορική ευκαιρία’’ να αποδείξουμε και να συναισθανθούμε οι απανταχού Έλληνες ότι είμαστε ‘‘δίκτυο’’, ‘‘δίκτυο’’ δυνατό, συνεκτικό και παγκοσμιοποιημένο. Ο Νόμος αυτός αντανακλώντας μια ‘‘τυπικίστικη και περιοριστική’’ σχέση της Ομογένειας με τη ‘‘Μητέρα Πατρίδα’’, συνιστά, κατά την υποκειμενική μου άποψη, όχι απλά την έκφραση, ελέω διακομματικών ‘‘ζυμώσεων και συμβιβασμών’’, μιας ιδεοληπτικής και αναχρονιστικής αντίληψης της Ελλάδας στις σχέσεις της με την ανά τον Κόσμο Διασπορά της, αλλά και γνήσιο περιορισμό στο πεμπτουσιακό φορτίο της ίδιας της έννοιας του ‘‘Homo Politicus’’, αδικαιολόγητο ‘‘καπέλωμα’’ του εθνοκεντρικού οραματικού σχεδιασμού από τον ανασχετικό ‘‘μυωπισμό’’ της ελλαδικής πολιτικής πραγματικότητας.

Κατερίνη, 19/12/2019

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ 

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ