Η πρωτοφανής φετινή καρπορφορία του βρώσιμου μύκητα, δημιούργησε συνωστισμό και… μποτιλιάρισμα στα βουνά και περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας

Μέχρι και… κυκλοφοριακό κομφούζιο στους αγροτικούς και δασικούς δρόμους των πιο γνωστών μανιταρότοπων της Δυτικής Μακεδονίας, προκάλεσε η φετινή πρωτοφανής καρποφορία άγριων αυτοφυών μανιταριών, που προσέλκυσε σαν μαγνήτης δεκάδες χιλιάδες μανιτραρόφιλους και μανιταροσυλλέκτες από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, μέχρι τη Λάρισα και την Κέρκυρα. Έτσι, παρά την πανδημία του κορονοϊού, που κράτησε «κεκλεισμένων των θυρών» πολλούς Έλληνες πολίτες, οι οποίοι απέφυγαν φέτος τις μακρινές εξορμήσεις, η πρωτοφανής καρπορφορία του βρώσιμου μύκητα, δημιούργησε συνωστισμό και …μποτιλιάρισμα στα βουνά και περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, όπου εμφανίζεται.

Αυτά τόνισε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος των Μανιταρόφιλων Ελλάδας, Γιώργος Κωνσταντινίδης, εκπαιδευτικός και συγγραφέας επτά βιβλίων για τα μανιτάρια. «Μετά από τρεις συνεχόμενες “φτωχές χρονιές”, φέτος το καλοκαίρι είχαμε – επιτέλους την “αποζημίωση” των μανιταρόφιλων, με πλούσιες καρποφορίες μανιταριών, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα», επισήμανε ο ίδιος χαρακτηριστικά και πρόσθεσε: «Ο συνδυασμός των βροχών και των υψηλών θερμοκρασιών, θεωρούνται οι δύο σπουδαιότεροι παράγοντες που συνέτρεξαν για να ευνοηθεί η καρποφορία αυτών των θερμόφιλων, μεσογειακών ειδών, τα οποία γνωρίζει η συντριπτική πλειοψηφία των μανιταροσυλλεκτών, καθώς είναι μερικά από τα πλέον κοινά, ευμεγέθη και -ταυτόχρονα- ευκόλως αναγνωρίσιμα είδη, με ιδιαίτερη νοστιμιά και μεγάλη διατροφική αξία».

Η κορύφωση της καρποφορίας των άγριων αυτοφυών μανιταριών σημειώθηκε, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη, τις προηγούμενες ημέρες, στο διάστημα από 21 έως 27 Αυγούστου, «αρχικά στα δρυοδάση και τα καστανοδάση και στη συνέχεια και στα δάση οξιάς της Δυτικής Μακεδονίας», είπε χαρακτηριστικά.

Πρόσθεσε, «ήδη από τις πρώτες μέρες της καρποφορίας κατέφθασαν στην περιοχή μανιταρόφιλοι και μανιταροσυλλέκτες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ενώ οι ντόπιοι αντιμετώπισαν, λόγω συνωστισμού ακόμη και …πρόβλημα στάθμευσης στους αγροτικούς και δασικούς δρόμους των πιο γνωστών μανιταρότοπων. Ωστόσο, όπου και να έψαχνε κανείς αυτές τις ημέρες, εύκολα γέμιζε το καλάθι του».

Τα φαγώσιμα είδη που κυριάρχησαν, ήταν οι δύο από τους τέσσερις περιζήτητους, λευκόσαρκους βωλίτες (βωλίτης ο χάλκειος ή καλογεράκι και βωλίτης ο δικτυωτός ή βασιλικό) και ο αμανίτης ο καισαρικός, γνωστός και με τις λαϊκές ονομασίες κοκκινούσκα, αυγομηλάκι και καισαρίτης.

Ωστόσο, όπως διευκρίνισε ο κ Κωνσταντινίδης «αισθητή ήταν η απουσία του τέταρτου μέλους της καλοκαιρινής παρέας, του χρυσοκίτρινου Κανθαρίσκου (Κιτρινούσκα ή Αυτάκι), που -εξαιτίας κυρίως του χαρακτηριστικού, φρουτώδους αρώματός του- αποτελεί την πρώτη ύλη για την παρασκευή μιας σειράς μανιταροπροϊόντων, όπως οι περίφημες και ελληνικής επινόησης μανιταροσυνθέσεις για γλυκό κουταλιού, με ηδύποτο, με λουκούμι, με χαλβά, παστέλι, σοκολάτα ή και παγωτό». «Αρκετά άλλα φαγώσιμα είδη όπως οι ξηροκώμοι, οι βουτυροβωλίτες, οι πρασινίζουσες ερυθρωπές ακόμη και τα νοστιμότατα αγαρικά, αντιμετωπίστηκαν με πλήρη περιφρόνηση από τους συλλέκτες, που σε άλλες περιπτώσεις θα τα μάζευαν ως λαχταριστούς μεζέδες».

Στο «κλαμπ» των πρωτοπόρων μανιταροφιλικών χωρών η Ελλάδα

Η «έξαρση» που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον των Ελλήνων για γνώση και συλλογή μανιταριών, όπως εξήγησε ο κ. Κωνσταντινίδης “καθώς ολοένα και περισσότεροι ανακαλύπτουν την εξαίρετη γεύση και τη συγκίνηση που προσφέρει η εμπειρία της αναζήτησης και της συλλογής τους έχουν αυξήσει σε μέγιστο βαθμό την καταγραφή, τη φωτογράφιση και την ταυτοποίησή τους”.

Όπως εξήγησε, την τελευταία 20ετία, οι δέκα μανιταροφιλικοί σύλλογοι στην Ελλάδα, εννέα περιφερειακοί και ένας πανελλήνιος με έδρα τα Γρεβενά, που αποτελεί και επίσημα πλέον την πόλη των μανιταριών, σε συνεργασία με Έλληνες και ξένους, επαγγελματίες και ερασιτέχνες μυκητολόγους και άλλες οργανώσεις «έχουν οδηγήσει στο να οργανώσουμε περισσότερες από 250 γιορτές μανιταριού και σεμινάρια μανιταρογνωσίας και έτσι έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε και να διαδώσουμε τη γνώση που αμβλύνει την προϋπάρχουσα -εξ αιτίας της άγνοιας- φοβία και οξύνει την προσοχή στα επικίνδυνα, τοξικά είδη μανιταριού».

Απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ για την εκπαίδευση και ενημέρωση των Ελλήνων σχετικά με τους κινδύνους κατανάλωσης των μανιταριών, ο κ. Κωνσταντινίδης επισήμανε ότι «σήμερα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στις δύο τελευταίες δεκαετίες, η Ελλάδα κατάφερε να αποκοπεί από την ομάδα των ουραγών, μανιταροφοβικών χωρών της Ευρώπης και να ενταχθεί σταδιακά στην ομάδα των πρωτοπόρων μανιταροφιλικών. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες Έλληνες μανιταρόφιλοι μπορούν πλέον να συλλέγουν και να καταναλώνουν με ασφάλεια κάποια από τα κοινά, νόστιμα φαγώσιμα είδη αυτοφυών μανιταριών, γνωρίζοντας και αποφεύγοντας τα τοξικά είδη”. Βέβαια, όπως έσπευσε να επισημάνει ο ίδιος “η προσπάθειά μας για τη διεύρυνση και την εμβάθυνση της γνώσης είναι συνεχής και αδιάκοπη».

Υπενθύμισε ότι τον Φεβρουάριο του 2020 πραγματοποιήθηκε στα Γρεβενά ο πρώτος κύκλος εκπαίδευσης – εξέτασης και πιστοποίησης μανιταροσυλλεκτών α΄ επιπέδου, από όλη την Ελλάδα και ενώ είχαν προγραμματιστεί άλλοι πέντε κύκλοι την τρέχουσα χρονιά, ωστόσο αυτοί αναβλήθηκαν λόγω κορονοϊού.

Συνεχίζονται οι εργασίες για δημιουργία νομοθετικού πλαισίου

Στο μεταξύ συνεχίζονται με αμείωτη ένταση οι εργασίες για τη δημιουργία του νομοθετικού πλαισίου που θα διέπει διαχείριση των αυτοφυών μανιταριών. Σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη «τα τελευταία χρόνια ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο εργασιών και αναμένεται η συνέχεια». Υπενθύμισε ότι η ελληνική μανιταροφιλική κοινότητα, έχει καταθέσει πρόταση για τη συντήρηση και την εξέλιξη του φαινομένου της μανιταροφιλίας, που συνοδεύεται από κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και ερευνητική-καταγραφική δραστηριότητα.

Σχετικά με την έκδοση του «κόκκινου καταλόγου» που θα αφορά στα σπάνια είδη μανιταριών στην Ελλάδα που πρέπει να προστατευθούν, ο κ Κωνσταντινίδης σημείωσε ότι «η ελληνική μανιταροφιλική κοινότητα έχει καταθέσει την πρότασή της, μαζί με τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις ένταξης των ειδών σε αυτό τον κατάλογο, που θα αποτελεί τμήμα του νομοθετικού πλαισίου».

Από το 2011 στην περιοχή του χωριού Λάβδα Γρεβενών λειτουργεί Μουσείο για τα μανιτάρια. «Δυστυχώς» ,ανέφερε ο κ Κωνσταντινίδης «η δομή και ο τρόπος λειτουργίας του, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν συνεχή λειτουργία και σημαντική επισκεψιμότητα». Υπενθύμισε ότι σε επίπεδο αυτοδιοίκησης γίνονται ενέργειες για τη δημιουργία νέου μουσείου στην πόλη των Γρεβενών. Ο ίδιος τόνισε ότι υπάρχει πλάνο, το οποίο εάν υιοθετηθεί μπορεί να μεταμορφώσει ολόκληρη την πόλη των Γρεβενών σε «ένα ανοιχτό, ζωντανό μουσείο μανιταριών, μια πραγματική πόλη των μανιταριών».

Ο κορονοϊός πάντως… επηρέασε και το μανιτάρι των Γρεβενών. «Το 2020 θα μείνει στην ιστορία ως – η μοναδική ελπίζουμε – χρονιά που δεν έγινε καμία από τις μανιταροεκδηλώσεις και τις μανιταροδράσεις που, αλλά έδωσε ωστόσο στο μανιταροφιλικό φαινόμενο της χώρας μας μια μοναδική φυσιογνωμία, οδηγώντας τους Ευρωπαίους, και κυρίως τους Βαλκάνιους γείτονές μας, να κάνουν λόγο για το “σύγχρονο ελληνικό μανιταροφιλικό-μανιταρογνωστικό θαύμα” και να δηλώνουν δημοσίως, κυρίως οι Σέρβοι και Κροάτες, ότι «το αντιγράφουν», επισήμανε ο ίδιος.

πηγη