Γράφει η Αντωνία Βαρμάζη, Ιστορικός

Ένα έθιμο ιδιάζουσας σημασίας που έχει σημείο αναφοράς το χωριό Μοσχοπόταμος του Νομού Πιερίας είναι αυτό της <<ΡΟΚΑΣ>>. Έχει θεϊκές καταβολές μιας και μας παραπέμπει σε πανάρχαιες προβολές με κεντρικό πρόσωπο την Θεά Ήρα. Υπάρχουν αναφορές στην Θεά Ήρα , η οποία παρουσιάζεται  να κρατά ρόκα και η θεά Αθήνα να βαστά ένα αδράχτι και να το χαρίζει στα πιο φρόνιμα κορίτσια. Η ωραιότερη γυναίκα της αρχαιότητας η ωραία Ελένη παρουσιάζεται στο ανάκτορο του Μενελάου και η ιδία να κρατά ηλακάτη, που θυμίζει αρκετά την ίδια την ρόκα.

Η εξέλιξη της θρησκείας από το δωδεκάθεο στον ένα και μόνο Θεό και στον υιό του Ιησού Χριστό γίνεται εμφανής και στο πέρασμα του χρόνου μιας και το σχήμα της ρόκας μας παραπέμπει στον Σταυρό που σήκωσε ο σωτήρας όλου του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο ευλογούνται τα νήματα και είχαν ένα συμβολικό νόημα , αυτό του νήματος της ζωής. Άλλωστε σύμφωνα με αναφορές των λαογράφων είναι ένα στοιχείο γονιμότητας και ταυτόχρονα προστασίας. 

Η ρόκα στην πραγματικότητα είναι ένα ξύλο πάνω στο όποιο οι γυναίκες τύλιγαν περίτεχνα βαμβάκι, το όποιο προοριζόταν να ανάψει, αφού είχε πάνω  του πετρέλαιο  και το άναβαν με ανάπηρα. Επομένως, το έθιμο αυτό αναβιώνει κάθε τρίτη μέρα του Πάσχα προς ενθύμηση του γεγονότος για τα αντίποινα της πρωταγωνίστριας που αντιμετώπισε θαρραλέα τους Τούρκους. 

Πριν από 190 χρόνια και πλέον, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, έρχονταν στο χωριό ντακούρια, ζασπιέδες (τουρκικά αποσπάσματα). Απέβλεπαν να κάμουν αξιόποινες πράξεις ή να αρπάξουν γυναίκα ή να σκοτώσουν άντρα ή να ρημάξουν, πάντα για κακό. Αυτή τη φορά ήρθαν την Τρίτη μέρα του Πάσχα και μπήκαν στα σπίτια και άρπαξαν δυο τρία άτομα. Τα πήραν για να τα εκτελέσουν, γιατί δεν εύρισκαν άλλους άντρες.

 Οι άντρες ήταν όλοι στο βουνό  και γι αυτό πήραν αυτούς τους δυο τρεις . Τους είχαν δεμένους στην πλατεία και ετοιμαζόταν να τους εκτελέσουν. Τότε οι γυναίκες με επικεφαλής την Μπηΐνα που ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στο γυναικείο πληθυσμό του χωριού, αποφάσισαν να πάρουν τις ρόκες τους να τις ανάψουνε φωτιά και να πέσουν πάνω στους ζαπτιέδες. Οι τελευταίοι αιφνιδιάστηκαν με αποτέλεσμα οι μελλοθάνατοι Μοσχοποταμίτες να γλιτώσουν χάρη στην έξυπνη κίνηση των γυναικών. Μπηΐνα δεν είναι άλλη από την Μπέινα, γυναίκα του Μπέη, και ουσιαστικά σημαίνει αρχόντισσα Είναι κάτι ανάλογο με το όνομα Σουλτάνα που και αυτό κληρονομήθηκε από την τουρκική κυριαρχία στη χώρα μας. Στην φαντασία των κατοίκων παρουσιάζεται σαν γυναίκα σαράντα με σαρανταπέντε ετών, πολύ έξυπνη και εξαιρετικά καλή νοικοκυρά. Μα πάνω απ όλα πανούργα και ευφυής.

  Νωρίς το απόγευμα της 3ης μέρας του Πάσχα, τα τοπικά όργανα, γκάιντα, κλαρίνο  και άλλα αρχίζουν να παίζουν διάφορους σκοπούς του τόπου. Με αυτόν τον τρόπο καλούν τους ανθρώπους να μπουν στον κύκλο. Έτσι σχηματίζεται ένας κύκλος με νέους ανθρώπους και ένας με μεγαλύτερης ηλικίας. Σιγά σιγά οι νέοι αποχωρούν και τα όργανα σταματούν ούτος ώστε να αρχίσουν το τραγούδι οι παριστάμενοι άνδρες κα γυναίκες. Αρχίζουν οι άντρες και παίρνοντας την τελευταία στροφή οι γυναίκες την επαναλαμβάνουν, ενώ και πάλι οι άντρες αρχίζουν τη νέα στροφή παίρνοντας το τέλος από το τραγούδι των γυναικών, έτσι ώστε να δημιουργείται ένας ηχητικός κύκλος.  Ο χορός απλός σχεδόν βηματισμός διανθισμένος με τραγούδια που αναφέρονται στον θρύλο αυτής της γυναίκας. Αντί της πρωτοβουλίας στο αρχίνημα του νέου τραγουδιού από τους άντρες και την επανάληψη των στροφών από τις γυναίκες, έχουμε τώρα το αντίστροφο. Μια ηλικιωμένη, που αργότερα πήρε και τη ρόκα, άρχισε να τραγουδάει έναν ήρεμο σκοπό, αργό, με τους παρακάτω στίχους:

«Γέμισαν τα κλαριά δροσιά και τα λακούβια αίμα».

 Αμέσως όλοι οι άντρες αποχωρούν και οι γυναίκες μόνες τους τώρα πλέον, σχηματίζουν δύο δίπλες με μια επικεφαλής να κρατά τις δυο πρώτες της κάθε δίπλας συγχρόνως, με σταυρωτά τα χέρια της και τραγουδώντας όλες μαζί την Μπηΐνα αρχίζουν τον χορό «τον διπλιαστό τον καγκελιστό». Συγχρόνως πλάι στην κορυφαία του χορού, περπατάει τραγουδώντας και αυτή, μια ηλικιωμένη, στην πραγματικότητα αυτή που έδωσε το σύνθημα της αποχώρησης των αντρών , γνέθοντας τη ρόκα της. Η ίδια αυτή γυναίκα τραγουδούσε τους παρακάτω στίχους επαναλαμβάνοντάς τους αρκετές φορές:

«Μι βλέπιτι παιδάκια μου πως κάνω εγώ τη ρόκα»
«Σι βλέπουμι μανούλα μου πως μας πονάς κι γνιέθεις»

Η γυναίκα καλεί έναν άνδρα να άναψε την ρόκα. Η γιαγιά που τόσο ήρεμα έγνεθε ακολουθώντας με τραγούδια την κορυφαία του χορού τόση ώρα, μεταβάλλεται σε διώκτης και κυνηγός των αντρών, έστω και αν οι τελευταίοι παραμένουν σε απόσταση αρκετή από τις δίπλες του χορού Ενώ δηλαδή η γιαγιά που άναψε τη ρόκα φαίνεται να κυριαρχεί, μια άλλη ηλικιωμένη εμφανίζεται και αρχίζει με πραγματικό μένος να κυνηγά την πρώτη με τη ρόκα, συμπλέκεται τελικά μαζί της, της παίρνει τη ρόκα και την υποκαθιστά στο ρόλο της. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί και από άλλες ηλικιωμένες και η φλεγόμενη ρόκα να αλλάξει χέρια χωρίς όμως να παύει να παραμένει πάντοτε το όπλο για την καταδίωξη του ανδρικού φύλου. Ποτέ δεν χτυπιέται γυναίκα, ούτε η ηττημένη που της πήραν τη ρόκα και που μπορεί άλλωστε να την ξαναπάρει. Αυτό επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Ύστερα η ηλικιωμένη σβήνει την ρόκα ,αποχαιρετά τους παριστάμενους και ήσυχα βαδίζουν για τον δρόμο του γυρισμού.

Τα έθιμα είναι το σταυροδρόμι για να  βαδίσει ο άνθρωπος στην γνώση μιας καλά χιλιοειπωμένης ιστορίας μιας ζώσας πολιτείας, μιας λαογραφικής φλόγας που αντί να σβήσει αναγεννάται μέσα από τις στάχτες της.