Αφιέρωμα στην ημέρα του πατέρα!

Γράφει η Δέσποινα Παπαζαχαρία.

Ο σαμαράς πατέρας μου.

Σαγματοποιός, έγραφε η ταυτότητα του. Σάγματα ποιών.

Μνήμες των παιδικών μου χρόνων που μένουν ανεξίτηλες στο μυαλό μου, γιατί είναι χρωματισμένες με το συναίσθημα.

Πόσα σαμάρια πέρασαν απ’ τα χέρια του εργατικού μου πατέρα!

Δούλευε και τις γιορτές και τις σκολες ακόμη.

Θέλω να προλάβω τη δουλειά , έλεγε, να μη με προλάβει.

Τα ζώα, μουλάρια και γαϊδουράκια, με τους κυρατζήδες περίμεναν στη σειρά, στο τέλος της εβδομάδας, που παρέδιδε τα σαμάρια!

Καμάρωνε τα δημιουργήματα του και στόχος του ήταν η ικανοποίηση του πελάτη!

Πάντα βέβαια τον οδηγούσε και η αγάπη του για τα ζώα.

Πρέπει να γίνεται καλά και με τέχνη το σαμάρι για να μην πληγωθεί ζώο, έλεγε και ξανάλεγε.

Δούλευε και τη νύχτα με τη λάμπα πετρελαίου!

Θυμάμαι τη μάνα μου που του έλεγε, το βράδυ, που έκλεινε το μαγαζί: Έσβησες καλά τη λάμπα; Προσοχή… μην πάρουμε φωτιά 🔥. Η δουλειά μας είναι το βιός μας!

Και μετά το επάγγελμα του σαμαρά έγινε νοσταλγία . Η πρόοδος και ο πολιτισμός το ξεπροβοδισαν, χωρίς να αμφισβητηθεί η αξία του.

Οι παλιοί έφυγαν από κοντά μας και μεις θυμόμαστε με σεβασμό και αγάπη.

Όλα εδώ μένουν.

Το στρώμα του σαμαριου το αποτελούσαν, το σαμαρασκούτι, υφαντό μάλλινο ,το γέμισμα με βριζια'( καλαμιά σίκαλης, βρίζας) και το επάνω μέρος που καλυπτόταν με δέρμα, μισίνι, το έλεγε ο πατέρας.

Το σαμαρασκούτι το ύφαινε η μάνα μου στον αργαλειό. Το έριχναν στη νιτρουβια’, νεροτριβή,ντριστέλα, για να ψηθεί και μετά το χρησιμοποιούσαν.

Τη βρίζα την καλλιεργούσε ο πατέρας σ ένα άνυδρο χωράφι που είχαμε στην πλαγιά του βουνού και έπαιρνε και τη βριζιά και τον καρπό, τη σίκαλη.

Το ξυλίκι, ξύλινο μέρος, αποτελούνταν από τα μέρη της φωτογραφίας που βρήκα στο internet.

Ο πατέρας έφερνε τα ξύλα απ’ το βουνό και τα πελεκούσε, δίνοντας τους σχήμα.

Οι επανωπα’ιδες λυγούσαν με τη βοήθεια της φωτιάς .

Ήταν δύσκολη και απαιτητική τέχνη και ο πατέρας την έκανε με μεράκι.

Είμαι μερακλής στη δουλειά, έλεγε, και το πρόσωπο του φωτιζόταν με το χαμόγελο της ικανοποίησης!

Θυμάμαι πως δούλευαν στο Σαμαραδικο με τη μάνα μου, ακούραστη βοηθό, και τραγουδούσαν…

Να έχω στ αυτιά μου εκείνο το τραγούδι,:

“Καλώς ανταμωθήκαμε όλο παλικαρακια

Να τρώμε και να πίνουμε σαν τα καλά αδερφάκια

Στης Σαλονίκης τα τσιαρσιά, στης Πόλης τ αργαστήρια…..”

Εργαστήρι των δύσκολων χρόνων, το Σαμαραδικο μας!

Καλός τεχνίτης ο πατέρας και η μάνα πάντα δίπλα του.

Από τις μαλαματενιες θύμησες των παιδικών μου χρόνων.

Λιτόχωρο, αρχές της δεκαετίας του 1960.

Ειδήσεις σε ετικέτες

Χορηγοί

Σχετικά άρθρα