Η πρώτη φορά που ο Ολυμπος έγινε «διεθνής»

Τον Αύγουστο του 1913 ο Χρήστος Κάκαλος, ο ελβετός φωτογράφος Φρεντερίκ Μπουασονά και ο επίσης ελβετός συγγραφέας Ντανιέλ Μπο-Μποβί πάτησαν την κορυφή του Μύτικα. Ο Μπουασονά έστησε τη φωτογραφική του μηχανή και κατέγραψε για πρώτη φορά την απόκοσμη ομορφιά των κορυφών του Ολύμπου, από το ίδιο το σημείο όπου ο μύθος τοποθετούσε τους θεούς. Θα περνούσαν 113 χρόνια για να γίνει ο Ολυμπος Παγκόσμια Κληρονομιά.

Το καλοκαίρι του 1913 η Μακεδονία είχε μόλις απελευθερωθεί. Ο Ολυμπος, το βουνό που για αιώνες παρέμενε τυλιγμένο στη σφαίρα του μύθου, αλλά και των ληστών που λυμαίνονταν τα περάσματά του, στεκόταν ακόμη απάτητος στην ψηλότερη κορυφή του. Καμία ανάβαση δεν είχε καταγραφεί επισήμως για το ακρότατο σημείο του, τον Μύτικα, στα 2.918 μέτρα.

Για τον ελβετό φωτογράφο Φρεντερίκ Μπουασονά, που θεωρείτο πρωτοπόρος της ταξιδιωτικής φωτογραφίας, και τον συμπατριώτη του συγγραφέα Ντανιέλ Μπο-Μποβί, διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης, η πρόκληση δεν ήταν απλώς ορειβατική.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε ζητήσει αρχικά να επισκεφτούν το μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων για μια σειρά φωτογραφικών ρεπορτάζ. Οι δυο τους αναχώρησαν όντως με πλοίο από τον Βόλο προς τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ωστόσο, στο κατάστρωμα του πλοίου μαγεύτηκαν από τη θέα του Ολύμπου. Ο Φρεντ Μπουασονά με την ελβετική σημαία στον Μύτικα, 1913.

(© Αρχείο Boissonnas / Υπουργείο Πολιτισμού / θεματοφύλακας: MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης)

Λίγες ημέρες αργότερα, φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, ενημερώνονται ότι η επίσκεψή τους στα πολεμικά μέτωπα της Πέλλας προϋποθέτει να εμβολιαστούν. Μόνο που η πρώτη φάση του εμβολίου από τη δεύτερη έχει απόσταση επτά ημερών.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Μακεδονία το 1913, ο Μπουασονά και ο Μποντ-Μποβί φωτογράφισαν όψεις της Θεσσαλονίκης που μόλις πριν μερικούς μήνες είχε καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό.

Ο Μπουασονά φωτογράφισε για πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη, και τις βυζαντινές εκκλησίες που είχαν επανέλθει στην ορθόδοξη λατρεία.

Οσο ήταν σε απομόνωση λόγω της επιδημίας χολέρας που αποδεκάτιζε την περιοχή, οι δύο Ελβετοί αγνάντευαν τον Ολυμπο στην απέναντι πλευρά του Θερμαϊκού, και αποφάσισαν να επιχειρήσουν την ανάβαση του μυθικού όρους.

Για τους Ευρωπαίους που είχαν διαποτιστεί από την ελληνική μυθολογία ο Ολυμπος ήταν το αρχετυπικό ιερό βουνό. Καθώς παρά τις πολλές προσπάθειες κανείς δεν είχε κατακτήσει ακόμη επίσημα την κορυφή του, η ανάβασή του φάνταζε ακόμα πιο ελκυστική.

Η ανάβαση ήταν σχετικά εύκολη για δυο έμπειρους ορειβάτες όπως αυτοί.

Η διαδρομή ξεκίνησε από το Λιτόχωρο. Οι δυο φιλέλληνες αναζήτησαν έναν άνθρωπο που να γνωρίζει τις απόκρημνες πλαγιές. Τ

ον βρήκαν στο πρόσωπο του Χρήστου Κάκαλου, ενός ντόπιου κυνηγού ο οποίος δεν διέθετε επιστημονικούς χάρτες ούτε σύγχρονο εξοπλισμό.

Διέθετε όμως κάτι μάλλον πολυτιμότερο: τη βιωματική γνώση για το τοπίο του Ολύμπου, στο οποίο περιπλανιόταν ξυπόλητος ή με τα βαριά τσαρούχια του, με ένα όπλο στον ώμο και μια σπάνια εξοικείωση με τους γκρεμούς.

Ο Ντανιέλ Μπο-Μποβί στην κορυφή του Ολύμπου, 1913. (© Αρχείο Boissonnas / Υπουργείο Πολιτισμού / θεματοφύλακας: MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης)

Στις σταδιακές στάσεις της αποστολής –από τη Μονή Αγίου Διονυσίου έως την Πριόνια– το τοπίο άλλαζε μορφή.

Η πυκνή βλάστηση έδινε τη θέση της σε γυμνά βράχια και απότομα περάσματα. Ο Μπουασονά κουβαλούσε μαζί του τον βαρύ, δύσχρηστο φωτογραφικό εξοπλισμό της εποχής (μεγάλες μηχανές, γυάλινες πλάκες και τρίποδα), αποφασισμένος να απαθανατίσει κάθε γωνιά του βουνού.

Στις 31 Ιουλίου η ομάδα έφτασε στην κορυφή που οι ντόπιοι ονόμαζαν «Σκολιό». Μέσα από την ομίχλη και τις απότομες μεταβολές του καιρού, οι Ελβετοί θεώρησαν προσωρινά ότι είχαν αγγίξει το υψηλότερο σημείο. Οταν, όμως, τα σύννεφα παραμέρισαν για λίγο, αποκάλυψαν μια άλλη, οδοντωτή και τρομακτική κορυφή: τον Μύτικα.

Επρεπε να φτάσουν ως εκεί. Η 2α Αυγούστου ξημέρωσε επίσης με δύσκολες συνθήκες. Η ομίχλη πυκνή, οι βράχοι γλιστεροί και το χάσμα που χώριζε την ομάδα από τη μεγάλη κορυφή προκαλούσε δέος. Ο Μπο-Μποβί και ο Μπουασονά δίσταζαν, αναλογιζόμενοι τον κίνδυνο μιας πτώσης στο κενό.

Ο Χρήστος Κάκαλος που οδήγησε την πρώτη ορειβατική αποστολή στον Μύτικα. (© Αρχείο Boissonnas / Υπουργείο Πολιτισμού / θεματοφύλακας: MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης)

Τότε ο Κάκαλος, αφήνοντας τα υποδήματά του ώστε να έχει καλύτερο πάτημα στα βράχια, ξεκίνησε πρώτος να σκαρφαλώνει στο επικίνδυνο πέρασμα που σήμερα είναι γνωστό ως Κακόσκαλα.

Με προσεκτικές κινήσεις, βρίσκοντας πατήματα εκεί όπου ο γκρεμός έμοιαζε αδιάβατος, οδηγούσε τους δυο Ελβετούς βήμα προς βήμα.

Σε μια στιγμή ανάτασης, η ομάδα πάτησε σε έξαρση του βράχου και ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, νομίζοντας πως τα κατάφερε.

Ομως, μόλις ο αέρας άνοιξε ένα πέπλο στην ομίχλη, είδαν λίγο πιο πέρα τον πραγματικό «θρόνο»: μια ψηλότερη, οξεία αιχμή. Χωρίς να διστάσουν, συνέχισαν. Ο Κάκαλος σκαρφάλωσε πρώτος.

Στη στέγη της Ελλάδας Στις 10:25 το πρωί της 2ας Αυγούστου 1913, ο Χρήστος Κάκαλος, ο Φρεντερίκ Μπουασονά και ο Ντανιέλ Μπο-Μποβί πάτησαν την κορυφή του Μύτικα. Εκεί, στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας, οι τρεις άνδρες άφησαν ένα μπουκάλι με ένα σημείωμα που πιστοποιούσε το επίτευγμά τους.

Ο Μπουασονά έστησε τη φωτογραφική του μηχανή. Οι γυάλινες πλάκες του κατέγραψαν για πρώτη φορά στην ιστορία την άγρια, απόκοσμη ομορφιά των κορυφών του Ολύμπου από το ίδιο σημείο όπου ο μύθος τοποθετούσε τους θεούς.

Ο Μπο-Μποβί περιέγραψε αργότερα τη βαθιά συγκίνηση της στιγμής, όταν συνειδητοποίησαν ότι η προσπάθειά τους είχε στεφθεί με επιτυχία.

Ο Κάκαλος, ο οποίος αργότερα θα γινόταν ο επίσημος οδηγός του Ολύμπου και θα ανέβαινε στον Μύτικα εκατοντάδες φορές μέχρι τα βαθιά του γεράματα, είχε μόλις οδηγήσει την ανθρωπότητα στην κατάκτηση του απάτητου βουνού.

Η κατάκτηση του Μύτικα (που αρχικά ονομάστηκε Κορυφή Βενιζέλος) λειτούργησε ως καταλύτης σε πολλά επίπεδα. Το 1919 εκδίδεται στη Γενεύη το μνημειώδες λεύκωμα των δύο Ελβετών «La Grèce Immortelle» (Η Αθάνατη Ελλάδα), το οποίο περιλάμβανε τις ιστορικές φωτογραφίες και τα κείμενα της αποστολής.

Η σκηνή των δύο Ελβετών στον Ολυμπο, 1919. (© Αρχείο Boissonnas / Υπουργείο Πολιτισμού / θεματοφύλακας: MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης)

Για πρώτη φορά η ευρωπαϊκή διανόηση και η αλπινιστική κοινότητα αντίκριζαν τις απάτητες κορυφές του Ολύμπου με τέτοια γεωμετρική και αισθητική λεπτομέρεια.

Το ενδιαφέρον που προκλήθηκε τις επόμενες δεκαετίες οδήγησε το ελληνικό κράτος να ανακηρύξει το 1938 τον Ολυμπο ως τον πρώτο Εθνικό Δρυμό της Ελλάδας, με σκοπό την προστασία της μοναδικής χλωρίδας και πανίδας, και του φυσικού του κάλλους.

Η αμέσως επόμενη οργανωμένη ανάβαση, εξάλλου, πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1921. Το ελληνικό κράτος κάλεσε τον ελβετό τοπογράφο και ορειβάτη Μαρσέλ Κουρτς για να χαρτογραφήσει με ακρίβεια τον Ολυμπο.

Με οδηγό ξανά τον Χρήστο Κάκαλο, η αποστολή αυτή πέτυχε δύο πράγματα. Στις 12 Αυγούστου 1921, οι δυο τους πραγματοποίησαν την πρώτη κατάκτηση της κορυφής «Στεφάνι» (2.909 μ.), που είναι γνωστή και ως «Θρόνος του Δία». Δεύτερον, επιβεβαίωσαν τριγωνομετρικά ότι ο Μύτικας ήταν η ψηλότερη κορυφή, στα 2.917 μέτρα (σήμερα υπολογίζεται στα 2.918).

Το 1928, Μπουασονά και Μπο Μποβί επέστρεψαν στον Ολυμπο, ως οδηγοί, για περίπου 15 δημοσιογράφους του διεθνούς Τύπου.

πηγη

Ειδήσεις σε ετικέτες

Χορηγοί

Σχετικά άρθρα