Περιγιάλι στην Ολυμπιακή Ακτή

Uniknk Tatoo

Erato Wine Restaurant…

ΟΔΗΓΟΣ ΠΙΕΡΙΑΣ

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ…..ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

Spleen
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,


και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ – πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης

* Spleen: αγγλική λέξη, ελληνικής καταγωγής (σπλην=σπλήνα), υιοθετημένη από τους γάλλους ποιητές και ιδιαίτερα τον Μποντλέρ· σημαίνει: αναίτια μελαγχολία και ανία, αηδία για τη ζωή.
Στη νεοελληνική ποίηση, εισηγητής του spleen θεωρείται ο Κώστας Ουράνης, με την ομώνυμη συλλογή του (1912).

Ὁ θάνατος τῶν ἐραστῶν

Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·
ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·
στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.
Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,
οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί
θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους
στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.
Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ
θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,
σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·

κι ἀργότερα ἕνας Ἄγγελος θά ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,
-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-,
στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς,
στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.

Albatross
Πολλὲς φορὲς οἱ ναυτικοί, τὴν ὥρα νὰ περνᾶνε,
πιάνουν τοὺς ἄλμπατρους -πουλιὰ τῆς θάλασσας τρανά-
ποὺ ράθυμα, σὰ σύντροφοι τοῦ ταξιδιοῦ, ἀκλουθᾶνε
τὸ πλοῖο ποὺ μὲς στὰ βάραθρα γλυστράει, τὰ πικρά.
Μὰ μόλις σκλαβωμένα κεῖ στὴ κουπαστὴ τὰ δέσουν,
οἱ βασιλιάδες τ᾿ οὐρανοῦ, σκυφτοὶ κι ἄχαροι πιά,
τ᾿ ἄσπρα μεγάλα τους φτερὰ τ᾿ ἀφήνουνε νὰ πέσουν,
καὶ στὰ πλευρά τους θλιβερὰ νὰ σέρνουνται κουπιά.
Αὐτοὶ ποὺ ῾ν᾿ τόσον ὄμορφοι, τὰ σύννεφα σὰ σκίζουν,
πὼς εἶναι τώρα κωμικοὶ κι ἄσκημοι καὶ δειλοί!
Ἄλλοι μὲ πίπες ἀναφτὲς τὰ ράμφη τους κεντρίζουν,
κι ἄλλοι, γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν, πηδᾶνε σὰ κουτσοί.
Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεφοπρίγκηπες κι ὁ Ποιητὴς πὼς μοιάζει!
δὲ σκιάζεται τὶς σαϊτιές, τὶς θύελλες ἀψηφᾶ·
μὰ ξένος μὲς στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει ἀπ᾿ τὰ γιγάντιά του φτερὰ σὰ περπατᾶ.

Share this post