Ο απόηχος του Μνημονίου Πολιτιστικής Ανταλλαγής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας

Το πρόσφατο ‘‘Μνημόνιο Κατανόησης’’ ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία με περιεχόμενο συγκεκριμένη ‘‘πολιτιστική ανταλλαγή’’ προκάλεσε μεγάλη ένταση στον δημόσιο διάλογο. Παραδόθηκαν μεν από την πλευρά μας στη Βουλγαρία τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ (μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό), τα οποία είχαν ανακαλυφθεί το 1965 στην Πρέσπα και φυλάσσονταν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, δεν επέστρεψαν όμως στη χώρα μας όλα τα περίπου 5.000 κειμήλια και έγγραφα που βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής ‘‘αφαίρεσαν’’ με τις λεηλασίες τους από τη Μακεδονία το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, παρά μόνο μόλις 48(!) απ’ αυτά.

Ο ντόρος που γίνεται έχει υπόβαθρο και δη διεθνές νομικό υπόβαθρο. Σύμφωνα με τα άρθρα 125 και 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ (Traité de Neuilly-sur-Seine) που υπογράφηκε στη γαλλική πόλη το 1919, η Βουλγαρία δεσμεύτηκε διεθνώς και υποχρεώθηκε νομικώς να εντοπίσει και να επιστρέψει, μεταξύ άλλων χωρών, και στην Ελλάδα όλα τα κλαπέντα αντικείμενα, αξιόγραφα και δημόσια αρχεία, καθώς και όλα τα αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που ‘‘αφαιρέθηκαν’’ από τις στρατιωτικές της δυνάμεις κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών του Πολέμου. Αυτό είναι όχι μόνο δεδομένο αλλά και ιστορικά κατοχυρωμένο.

Εκκινώντας, λοιπόν, πολλοί, είναι η αλήθεια, από την παραπάνω διεθνή Συνθήκη βάλλουν, καταρχάς, κατά του νομικού κύρους του υπογραφέντος Μνημονίου πολιτιστικής ανταλλαγής μεταξύ των δύο χωρών, υποστηρίζοντας ότι είναι ακυρωτέο. Προσωπικά, ωστόσο, θεωρώντας βεβαίως ότι αλλού βρίσκεται το επίκεντρο της βασικής επί του θέματος εστίασης, δεν συντάσσομαι, πλήρως τουλάχιστον, με την εν λόγω ‘‘νομική φιλολογία’’.  

Το Μνημόνιο Κατανόησης (Memorandum of Understanding – MoU) μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για την πολιτιστική ανταλλαγή και την αμοιβαία κατάθεση κειμηλίων και λειψάνων αποτελεί μια διμερή πολιτική και διπλωματική συμφωνία, συνιστά δηλαδή μια συμφωνία που δεν φέρει τον χαρακτήρα δεσμευτικής διακρατικής συνθήκης υπό την αυστηρή έννοια του δημόσιου διεθνούς δικαίου. Συνήθως δε τέτοιου είδους Μνημόνια Κατανόησης καταγράφουν τις προθέσεις και τις υποχρεώσεις των μερών σε διοικητικό επίπεδο, λειτουργώντας ως πλαίσιο συνεργασίας και διαφέροντας έτσι από τις τυπικές διεθνείς συνθήκες που δημιουργούν αυστηρά δεσμευτικές νομικές υποχρεώσεις διεθνούς δικαίου.

Εν προκειμένω μάλιστα, δεδομένου ότι η υλοποίηση τέτοιων ανταλλαγών και η υπογραφή των σχετικών πρωτοκόλλων εμπίπτει στις άμεσες εκτελεστικές αρμοδιότητες του Υπουργείου Πολιτισμού και του αντίστοιχου κρατικού μουσείου, ήτοι στην περίπτωση τούτη του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, όπου φυλάσσονταν τα οστά, είναι πιθανόν να μην απαιτείται καν η κύρωσή του με νόμο από τα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλια, εκτός αν ρητώς προβλέπεται σχετική διαδικασία στο επίμαχο Μνημόνιο.

A fortiori, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, ούτως ή άλλως η Ελλάδα και η Βουλγαρία μπορούν (έχουν το νομικό δικαίωμα) να συνάψουν μια νέα, διμερή συμφωνία που να τροποποιεί, να αντικαθιστά ή να ρυθμίζει διαφορετικά τις μεταξύ τους υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 125 και 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ (1919). 

Η σύναψη μιας νέας συμφωνίας είναι απόλυτα έγκυρη και προβλέπεται από τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969). Υπό το πρίσμα του βασικού νομικού αξιώματος (και) του Διεθνούς Δικαίου ότι μια μεταγενέστερη ειδική συμφωνία μεταξύ των ίδιων μερών υπερισχύει της παλαιότερης (lex posterior derogat legi priori), δύο κυρίαρχα κράτη έχουν ασφαλώς το δικαίωμα να τροποποιήσουν διμερώς τις μεταξύ τους σχέσεις που πηγάζουν από μια παλαιότερη πολυμερή Συνθήκη (όπως του Νεϊγύ), εφόσον η τροποποίηση αυτή επηρεάζει μόνο τα δικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν βλάπτει κυρίως τα δικαιώματα των υπόλοιπων συμβαλλόμενων μερών (π.χ. της Ρουμανίας ή της Σερβίας, που επίσης αναφέρονται στα άρθρα αυτά) και, επίσης, εφόσον η νέα συμφωνία δεν έρχεται σε αντίθεση με κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens). 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τούτο θα ήταν εφικτό, καθώς, από τη μια, η ελληνοβουλγαρική συμφωνία δεν θίγει δικαιώματα ή υποχρεώσεις τρίτων και, από την άλλη, οι διατάξεις για την επιστροφή αρχείων ή περιουσιακών στοιχείων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούν ενδοτικό δίκαιο (jus dispositivum), γεγονός που σημαίνει ότι τα ενδιαφερόμενα κράτη έχουν την πλήρη ελευθερία να τα τροποποιήσουν (τα δικαιώματά τους) ή να παραιτηθούν από αυτά με δική τους βούληση.

Κατά την προσωπική μου αντίληψη, λοιπόν, ο απόηχος του συγκεκριμένου ελληνοβουλγαρικού Μνημονίου δεν είναι (βασικά) νομικός. Αντιθέτως, είναι έντονα πολιτικός και εθνικός. Με το Μνημόνιο, η Ελλάδα έχασε, στην κυριολεξία παρέδωσε αυτοβούλως και ακρίτως, το κύριο ‘‘διαπραγματευτικό της χαρτί’’ ως προς την ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτιστικού θησαυρού της που λεηλατήθηκε και κατακρατείται ανιστόρητα και, για εμάς, προσβλητικά (στο συντριπτικά μεγάλο κομμάτι του), αυτούσιος από τους Βούλγαρους. Ουσιαστικά περί αυτού του αντικειμενικού γεγονότος ομιλούμε, το οποίο, κατά τον κοινό νου, είναι και το θεμελιώδες επίκεντρο και της κριτικής κατά της Κυβέρνησης.

Η ουσία, συνεπώς, είναι ότι η Ελλάδα μικραίνει συνεχώς και δείχνει πανταχόθι ‘‘ασθενής’’. Είναι ότι, όταν συνδιαλέγεται διεθνώς, έχει καταντήσει σε ‘‘πρόθυμο συνδαιτυμόνα της καρπαζιάς’’, σε μια χώρα που όταν μπαίνει στη ‘‘ζυγαριά’’ των διεθνών σχέσεων κρίνεται μονίμως ‘‘ελλιποβαρής’’ και ‘‘λυγίζει’’ απέναντι στο μεγαλύτερο ‘‘ειδικό βάρος’’ της εκάστοτε χώρας-αντίβαρου, είτε αυτή είναι όντως ισχυρή είτε είναι απλώς μια μικρομεσαία δύναμη στο διεθνές στερέωμα. Είναι ότι στο διεθνές προσκήνιο δεν χρησιμοποιεί το ‘‘διαπραγματευτικό της κεφάλαιο’’ και, αν το χρησιμοποιεί, δεν το εξαντλεί, διότι μέσα από ενδοτικές τακτικές θέλει την ‘‘ηρεμία’’ και την ‘‘αποχαύνωσή’’ της. 

Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα έχει καταστήσει, διαρκώς τα τελευταία χρόνια, την υποχωρητικότητα ως το σταθερό μοτίβο της εξωτερικής της πολιτικής. Ότι είναι η χώρα στην οποία αυτός που δηλώνει ανερυθρίαστα ότι είναι ‘‘κόκκινη γραμμή’’ μας τα 6 μίλια και υποκλίνεται, σκύβοντας χαρακτηριστικά το κεφάλι, στον μεγάλο Αφέντη, είναι παρά ταύτα ακόμη Υπουργός Εξωτερικών και δεν τρέχει απολύτως τίποτε. Ότι είναι η χώρα που κυβερνητικός βουλευτής και πρώην στέλεχος της κυβέρνησης (αναφέρομαι στον Άγγελο Συρίγο) επιβεβαιώνει χωρίς δισταγμό ότι στην Κάσο υποχωρήσαμε 2 φορές μετά από…τουρκικές πιέσεις (ίδετε στη διεύθυνση https://www.in.gr/2026/09/30/politics/diplomatia/sokaristiki-omologia-syrigou-gia-tin-kaso-ypoxorisame-dyo-fores-meta-tis-tourkikes-pieseis/) και μολαταύτα δεν ‘‘κουνιέται φύλλο’’.

Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα είναι η χώρα που οι ‘‘αντισυμβαλλόμενοί’’ της στη Συνθήκη των Πρεσπών την έχουν ‘‘κατακρεουργήσει’’, που η Ευρωπαία Επίτροπος (Ursula von der Leyen) προβαίνει υπέρ τους σε ωμά προκλητικές δηλώσεις και αυτή μένει… αδρανής. Ότι είναι η χώρα που δεν μπορεί όχι να ‘‘προστατέψει’’ τη Μονή Σινά αλλά ούτε ‘‘λαλιά’’ να βγάλει για αυτήν. Η χώρα που η επιρροή της στο βαλκανικό τόξο υποχωρεί και εξαφανίζεται, που έχει χάσει τα ‘‘ερείσματά’’ της παγκοσμίως και ακόμη κάποιοι πιστεύουν και διαλαλούν ότι μόνο ένας, και δη μόνο αυτός την κυβερνά, μπορεί να την (ξανα)κυβερνήσει….

Αυτή είναι η ουσία. Η ουσία που δεν μπορεί να την ‘‘αλλοιώσει’’ ή έστω ‘‘κρύψει’’ η θλιβερή ‘‘δικαιολογία’’ της Κυβέρνησης ότι η χώρα μας θα διαπραγματευτεί στο μέλλον την επιστροφή και των υπόλοιπων χιλιάδων κειμηλίων (τη στιγμή που έχει απολέσει το κύριο διαπραγματευτικό της ‘‘όπλο’’, αλήθεια πώς;). Σκεφτείτε απλά, κατά υπόθεση εργασίας, σε ένα vice versa σενάριο (αντίστροφο σενάριο), να μας επέστρεφαν οι Βούλγαροι τα οστά της μεγαλύτερης ή μιας από τις μεγαλύτερες εθνικές μας προσωπικότητες και εμείς να τους προσφέραμε, ως ‘‘πολιτιστική ανταλλαγή’’, μόνο 48 από τα 5.000 αρχεία και κειμήλια που τους είχαμε λεηλατήσει και παρακρατήσει. Πώς θα αντιδρούσαν, τότε, οι Βούλγαροι; Θα έβγαιναν στους δρόμους για να ‘‘πανηγυρίσουν’’; Ή, θα προσδοκούσαν στη ‘‘μελλοντική επιστροφή’’ και των υπόλοιπων αρχείων και κειμηλίων τους από εμάς; Νομίζω πως με ‘‘ναι’’ σε αυτά τα ερωτήματα δεν θα τολμούσε να απαντήσει ούτε ο πιο ‘‘ακραιφνής Μητσοτακικός’’, ούτε ο πιο ‘‘φανατικός οπαδός’’ της Κυβέρνησης…… 

Ποιο είναι το μείζον θέμα, λοιπόν; Όπως έγραφε και ο (αείμνηστος) Χρήστος Γιανναράς στο μνημειώδες βιβλίο του ‘‘Πολιτιστική Διπλωματία’’ (σελ. 29), ‘‘ακόμη και λαοί μετριότατοι σε επιδόσεις πολιτιστικών προσλήψεων ή συνονθυλεύματα εθνοτήτων διαθέτουν εθνική ταυτότητα. Αλλά θα ήταν ανεδαφικό να διεκδικήσουν ταυτότητα πολιτιστική. Ελάχιστες φορές μέσα στην Ιστορία η εθνική ταυτότητα ενός λαού συνιστά και πρόταση πολιτισμού με ευρύτερη ή και πανανθρώπινη εμβέλεια’’. Το θέμα, επομένως, είναι ότι, καλώς ή κακώς, είμαστε απόγονοι ενός τέτοιου λαού, ενός λαού που η ιστορία του υπήρξε ‘‘πανανθρώπινη πρόταση πολιτισμού’’, ενός λαού που άφησε ανεξίτηλο το πολιτιστικό του ‘‘αποτύπωμα’’ στο διάβα της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν έχουμε, κατά συνέπεια, εμείς, οι ‘‘σύγχρονοι’’ όχι την ‘‘πολυτέλεια’’ αλλά το ιστορικό και ηθικό δικαίωμα να ‘‘παρατούμε’’ τον υλικό πλούτο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και να ‘‘περιφρονούμε’’ είτε την ανάκτηση είτε την προστασία του.

Έτσι, όπως τόνισε μάλιστα μόλις χθες ο Αντώνης Σαμαράς (https://www.in.gr/2026/10/06/politics/epikairotita/ant-samaras-nea-paremvasi-tou-proin-prothypourgou-epistrefei-meta-ta-karfia-sto-maksimou/), ‘‘η Ελλάδα κινδυνεύει με παρατεταμένη παρακμή και με έναν επικίνδυνο εθνικό εφησυχασμό’’. Τούτη είναι η ώρα, λοιπόν, που πρέπει να ‘‘ορθώσει το ανάστημά της’’ αν δεν θέλει,  πέρα από τις διεθνείς ταπεινώσεις και την απίσχναση του γεωπολιτικού δυναμικού της, να ‘‘χαθεί’’ και να μετουσιωθεί σε ‘‘ιστορικό απολειφάδι’’. Είναι η ώρα της μεγάλης, ιστορικής ευθύνης, της ευθύνης όχι μόνο των πολιτικών αλλά και του καθενός από εμάς….

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

ΥΓ. 1 Τον Μάρτιο του 1917 υπό βουλγαρική κατοχή και με την εμπλοκή του Vladimir Sis αφαιρέθηκαν από την Εικοσιφόνισσα εκατοντάδες χειρόγραφοι κώδικες – η μονή κάνει λόγο για 430, από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα – καθώς και εκατοντάδες ιερά σκεύη, χρυσοκέντητα άμφια, εικόνες, λειψανοθήκες και ο ιστορικός σταυρός του Ευσταθίου. Από τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών αρπάχτηκαν 260 έως 300 κώδικες, έγγραφα περγαμηνές, αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, μεταξύ αυτών του Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου, και πατριαρχικά σιγίλλια. Από την παλιά Μητρόπολη Σερρών αρπάχτηκαν εικόνες, ξυλόγλυπτα βημόθυρα, άμφια και το ιστορικό αρχείο. Από τις μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισας στην Ξάνθη αρπάχτηκαν φορητές εικόνες, κώδικες και ευαγγέλια με αργυρή επένδυση. Από το Ιμαρέτ της Καβάλας μεταφέρθηκε στη Σόφια ολόκληρη βιβλιοθήκη αραβικών, περσικών και οθωμανικών χειρογράφων. Ο κύριος όγκος των χειρογράφων φυλάσσεται στο Κέντρο Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών ‘‘Ivan Dujcev’’ στη Σόφια. Σκεύη και εικόνες βρίσκονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας. Η Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 υποχρέωνε νομικά τη Βουλγαρία να επιστρέψει τα αφαιρεθέντα. Η υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε.  

ΥΓ 2. Ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του ‘‘Πολιτιστική Διπλωματία’’ έγραφε: ‘‘Στις περιπτώσεις αυτές η γλώσσα, η θρησκεία, οι θεσμοί, η τέχνη του συγκεκριμένου λαού συγκεφαλαιώνουν ένα νόημα του ανθρώπινου βίου και, κατά συνέπεια, μια ιεράρχηση αναγκών που ενδιαφέρει και άλλους λαούς. Αν κάποτε η ελληνική γλώσσα έγινε κοινή στον χώρο της τότε γνωστής ‘‘οικουμένης’’ ή αν ακόμα σήμερα ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι βυζαντινές Εικόνες βρίσκονται σε πρώτη ζήτηση στα βιβλιοπωλεία της Νέας Υόρκης ή του Τόκυο, του Περού ή της Σιγκαπούρης, το γεγονός δεν οφείλεται σε κάποια πανανθρώπινη συμπάθεια για την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων. Ενδιέφερε και ενδιαφέρει η πρόταση πολιτισμού που κόμιζαν κάποτε οι Έλληνες, πρόταση νοήματος του βίου και ιεράρχησης των αναγκών’’.

Ειδήσεις σε ετικέτες

Χορηγοί

Σχετικά άρθρα